Ο Alex Garland σκηνοθετεί την ταινία που προβάλεται από το Cinobo, Εμφύλιος Πόλεμος, σαν να κοιτά μια χώρα που έχει ήδη ξεπεράσει το σημείο της διάλυσης, έναν τόπο όπου η βία έχει γίνει καθημερινότητα, η πολιτική γλώσσα έχει εξαντληθεί και η αποσύνθεση μοιάζει σχεδόν κανονικότητα.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά -με τον νευρικό, επαναστατικό παλμό του Lovefingers των Silver Apples- η ταινία σε φέρνει σε μια εκδοχή των ΗΠΑ που δεν απέχει πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ένας αυταρχικός πρόεδρος τρίτης θητείας (Nick Offerman) οχυρώνεται στον Λευκό Οίκο, ενώ η Καλιφόρνια και το Τέξας -απροσδόκητοι σύμμαχοι- προελαύνουν προς την Ουάσινγκτον. Η χώρα είναι γεμάτη ρωγμές με κατεστραμμένα εμπορικά κέντρα, έρημους αυτοκινητόδρομους, πόλεις που προσποιούνται ότι όλα λειτουργούν κανονικά.
Η απάθεια κι όχι η ιδεολογία, μοιάζει να είναι ο πραγματικός εχθρός.
Οι ανταποκριτές στο κέντρο του κάδρου
Αντί να ακολουθήσει στρατηγούς ή πολιτικούς όπως θα αναμενόταν, ο Garland εστιάζει στους ανθρώπους που καταγράφουν τον πόλεμο. Η Lee της Kirsten Dunst είναι μια έμπειρη φωτορεπόρτερ, με βλέμμα κουρασμένο από όσα έχει δει στις αποστολές της και χωρίς αυταπάτες για το τι σημαίνει να τη συναντάς την καταστροφή πλέον στην πατρίδα σου. Η Jessie της Cailee Spaeny είναι νέα, ανυπόμονη, γεμάτη δίψα για εμπειρία – μια μαθητευόμενη που θέλει να μάθει πώς αντέχεται ο φόβος. Δίπλα τους, ο χαρισματικός και νευρικός Joel (Wagner Moura) και ο βετεράνος Sammy (Stephen McKinley Henderson), εκπρόσωπος μιας δημοσιογραφίας που μοιάζει να χάνεται.
Ένα road movie μέσα στα συντρίμμια
Το ταξίδι τους από τη Νέα Υόρκη προς την Ουάσινγκτον μετατρέπει την ταινία σε ένα σκοτεινό road movie, όπου κάθε στάση κρύβει απειλές και καμία συνάντηση δεν είναι ξεκάθαρο που θα πάει. Ο Garland φαίνεται να ενδιαφέρεται πολύ και για τις λεπτομέρειες αφού αν δεις προσεκτικά θα ανακαλύψεις πουλιά που κελαηδούν πάνω από αιματοβαμμένους κήπους, στρατιώτες που αστειεύονται μηχανικά, μια φωτογράφο που σβήνει τις ίδιες της τις εικόνες σαν πράξη αυτοπροστασίας.
Σε μια από τις πιο φορτισμένες σκηνές της ταινίας, ένας ψύχραιμος, οπλισμένος ξενοφοβικός (Jesse Plemons) ρωτά: «Τι είδους Αμερικανός είσαι;». Μέσα από αυτόν τον διάλογο είναι ξεκάθαρο ότι ο Garland δεν ενδιαφέρεται να εγκλωβιστεί σε απλοϊκά δίπολα. Η ταινία θέλει να μιλήσει για έναν κόσμο όπου οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους και η επικοινωνία έχει αντικατασταθεί από όπλα και εικόνες. Το ερώτημα δεν είναι ποιος έχει δίκιο, αλλά αν μια κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει όταν δεν μπορεί πια να μιλήσει.
Σκηνοθετικά, ο Alex Garland επιλέγει με συνέπεια την εμπειρία αντί την ανάλυση αφού η ταινία δεν ενδιαφέρεται να χαρτογραφήσει ιδεολογίες ούτε να αναλύσει πώς και γιατί η Αμερική έφτασε εδώ. Αντίθετα, σε τοποθετεί μέσα στο χάος, με την κάμερα να λειτουργεί σχεδόν σαν ακόμη ένας ανταποκριτής πουπαρατηρεί, καταγράφει και αποφεύγει να σχολιάσει.
Αυτή η επιλογή είναι ταυτόχρονα η δύναμη και το όριο της ταινίας. Από τη μία, καταφέρνει να γίνει μια καθηλωτική κινηματογραφική εμπειρία, με έντονο ηχητικό σχεδιασμό, ωμές σκηνές δράσης και εικόνες που μένουν στο μυαλό. Από την άλλη, η επίμονη αποστασιοποίηση από το πολιτικό πλαίσιο αφήνει την ιστορία να αιωρείται σε μια ουδετερότητα που δεν φωτίζει πάντα όσα δείχνει.
Τελικά, το Εμφύλιος Πόλεμος είναι μια ταινία που σε κρατά σε εγρήγορση, σε σοκάρει και σε βυθίζει σε μια δυσάρεστα οικεία ατμόσφαιρα. Οι ερμηνείες, η σκηνοθεσία και η τεχνική αρτιότητα το καθιστούν ένα από τα πιο συζητημένα φιλμ της χρονιάς. Παράλληλα όμως, η προσεκτική του στάση το εμποδίζει από το να γίνει πραγματικά αιχμηρό ή ανατρεπτικό.
Είναι ένα σκοτεινό οδοιπορικό σε μια χώρα που έχει ήδη χάσει τη φωνή της και ίσως και μια ταινία που, συνειδητά, επιλέγει να μη μιλήσει όσο δυνατά θα μπορούσε.
Διαθέσιμο στο Cinobo.
credits φωτογραφιών: Cinobo.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ