Ο Γιώργος Παράσχος, ο οποίος πρωταγωνιστεί στη θεατρική παράσταση «Ο Φονιάς» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, μίλησε στο τηλεοπτικό συνεργείο του Happy Day με το επίκεντρο της συζήτησης να στρέφεται στη σοβαρή περιπέτεια της υγείας του με τον καρκίνο, ο οποίος πλέον βρίσκεται σε καταστολή.
Ο ηθοποιός εξομολογείται πως η στιγμή της ανακοίνωσης της διάγνωσης ήταν η πιο δύσκολη, όμως η δοκιμασία αυτή του άλλαξε την οπτική του: ο φόβος του δεν είναι πια ο θάνατος, αλλά το να μην προλάβει να ζήσει και να βιώσει πράγματα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Είμαι καλά, είμαι σταθερά, δόξα τω Θεώ. Δεν θα πω μέρα με την ημέρα, βδομάδα με τη βδομάδα καλύτερα. Το παρακολουθώ κάθε μήνα. Τις εξετάσεις που προσκομίζω, δόξα τω Θεώ, ακόμα είναι σε καταστολή. Ο γιατρός μου σαν στόχο είχε να μπορέσω εγώ να ζω τη ζωή μου. Και μέχρι στιγμής το πετυχαίνει αυτό», περιγράφει ο Γιώργος Παράσχος.
«Όσοι έχουν περάσει μέσα από αυτό καταλαβαίνουν τι θα πει ζωή, την εκτιμούν με άλλον τρόπο. Και δε νομίζω ότι σε αυτές τις περιπτώσεις σε φοβίζει το να χάσεις τη ζωή σου. Σε φοβίζει το ότι δεν θα προλάβεις να ζήσεις πράγματα, να βιώσεις πράγματα, πριν “φύγεις”. Αυτός είναι ο φόβος περισσότερο. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα πεθάνω τώρα ή αν θα χαθώ ή αν θα με θυμούνται. Το μόνο που παρακαλάω είναι, άμα θα φύγω να σηκώσει ο Χριστός μας το δεξί του χέρι και να μου πει “έλα, σε περιμένω”», εξομολογείται συγκινημένος.
«Η πίστη μου στον Θεό ήταν πάρα πολύ μεγάλη πριν, μετά τον καρκίνο ακόμα περισσότερο. Στο δεκαπλάσιο. Κοίτα, κάποιοι μπορεί ακόμα και στο χώρο μας να με παρεξηγήσουν, ότι «αυτός τα ‘χασε, έχει φύγει η μπίλια αλλού…». Δεν είναι έτσι. Όποιος τολμάει, δηλαδή, και εκφράζει την πίστη του, σημαίνει ότι είναι τρελός; Εγώ φροντίζω λοιπόν να μην τον αφήσω και να μη μ’ αφήσει. Θέλω να τον έχω κοντά μου, τον έχω μέσα μου. Κι αυτό το πράγμα να ξέρεις μεγαλουργεί», παραδέχεται ο Γιώργος Παράσχος στον Δημήτρη Σιδηρόπουλο.
Κλείνοντας και “λυγίζοντας” μπροστά στην κάμερα, ο Γιώργος Παράσχος ανέφερε: «Το πιο δύσκολο νομίζω ότι ήταν η στιγμή που μου το ανακοίνωσαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που μου το είπε ο γιατρός, όταν ήμουν στην καρέκλα απέναντί του. Δεν θα το ξεχάσω.
Έκλαψα πάρα πολύ, πιέστηκα αρκετά μέσα μου τρεις μέρες και ήθελα να το βγάλω. Ήθελα κάπου να ξεσπάσω ακόμα περισσότερο, δεν μου έφτανε το δάκρυ που έριξα, δεν είχε ξεπλυθεί καλά η ψυχή μου. Και φυσικά το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω τηλέφωνο την αδερφή μου. […] Θα ήθελα να είχα δίπλα μου τον πατέρα μου στον καρκίνο, πολύ».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ