Η πόλη της σιωπής, το μέρος όπου οι προσωπικοί μας δαίμονες παίρνουν σάρκα και οστά, είχε μείνει κλειστή για πάρα πολλά χρόνια. Όταν η Konami ανακοίνωσε την ολική επαναφορά του franchise, οι οπαδοί του τρόμου σε όλο τον κόσμο κράτησαν την ανάσα τους. Έχοντας στα χέρια μας τον κωδικό που μας παραχώρησε ευγενικά η CD Media, βουτάμε από την πρώτη μέρα στο Silent Hill: Townfall. Δεν πρόκειται για το τυπικό, παραδοσιακό κεφάλαιο της σειράς, αλλά για ένα εξαιρετικά φιλόδοξο spin-off, το οποίο αναπτύχθηκε από την No Code, το σκοτσέζικο στούντιο που μας έδωσε τα αριστουργηματικά Stories Untold και Observation υπό την ομπρέλα της Annapurna Interactive.
Η πρώτη ερώτηση που έρχεται στο μυαλό ενός βετεράνου της σειράς είναι λογική: “Τι ακριβώς είναι το Townfall;”. Δεν μιλάμε για ένα survival horror τρίτου προσώπου όπου πυροβολείς νοσοκόμες και τρέχεις να ξεφύγεις από τον Pyramid Head. Αντίθετα, έχουμε να κάνουμε με ένα βαθιά ψυχολογικό, narrative-driven θρίλερ που παίζει με το μυαλό σου, τις αισθήσεις σου και τις προσδοκίες σου. Το παιχνίδι επιχειρεί να αναλύσει την ίδια τη φύση της ενοχής, το σήμα κατατεθέν δηλαδή κάθε ιστορίας που διαδραματίζεται σε αυτή την καταραμένη πόλη, μέσα από ένα πρίσμα που θυμίζει έντονα analog horror. Η προσέγγιση της No Code είναι χειρουργική: δεν σε τρομάζει με φτηνά jump scares, αλλά χτίζει μια διαρκή, ασφυκτική αίσθηση ότι κάτι πηγαίνει τρομακτικά λάθος στο δωμάτιο που βρίσκεσαι. Και το καταφέρνει περίφημα, δημιουργώντας μια από τις πιο παράξενες και εθιστικές εμπειρίες που έχουμε δει πρόσφατα στο gaming.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η ιστορία σε τοποθετεί στα παπούτσια ενός χαρακτήρα που, όπως παραδοσιακά συμβαίνει στο Silent Hill, δεν θυμάται ακριβώς πώς κατέληξε να κοιτάζει την παχιά ομίχλη, ούτε γιατί αισθάνεται ένα τόσο βαρύ, ανεξήγητο βάρος στο στήθος του. Το σενάριο ξεδιπλώνεται με βασανιστικά αργό ρυθμό, προσφέροντας μικρά, κρυπτικά στοιχεία που σε αναγκάζουν να ενώσεις μόνος σου τα κομμάτια του παζλ. Είναι μια κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχολογία, ένας λαβύρινθος αναμνήσεων, τύψεων και φόβου, που σε κρατάει αιχμάλωτο μέχρι τους τίτλους τέλους.
Gameplay
Το Silent Hill: Townfall είναι μια εμπειρία που σέβεται τον χρόνο του παίκτη. Το main story διαρκεί περίπου 9 ώρες, ένας χρόνος που κρίνεται απολύτως ιδανικός. Σε ένα παιχνίδι όπου η ένταση και η ψυχολογική πίεση είναι τόσο υψηλές, αν η διάρκεια τραβούσε παραπάνω, το αποτέλεσμα θα γινόταν εξουθενωτικό. Μέσα σε αυτές τις 9 ώρες, δεν υπάρχει ούτε ένα δευτερόλεπτο βαρεμάρας ή περιττού “γεμίσματος”. Κάθε δωμάτιο, κάθε διάδρομος, κάθε αντικείμενο που εξετάζεις έχει έναν σκοπό στην αφήγηση.
Όπως προαναφέραμε, το παραδοσιακό combat απουσιάζει εντελώς. Η βασική λούπα του gameplay βασίζεται στην εξερεύνηση και την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Περπατάτε σε σκοτεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, παλιά μοτέλ και βιομηχανικές εγκαταστάσεις που έχουν καταποθεί από την ομίχλη και τη σκουριά. Ο φακός είναι ο καλύτερος και μοναδικός σας φίλος. Αυτή η αδυναμία του κεντρικού ήρωα κάνει κάθε συνάντηση με το άγνωστο να μοιάζει με πραγματική απειλή για τη ζωή σας.

Ο ρυθμός είναι ένα από τα δυνατότερα χαρτιά του παιχνιδιού. Εκεί που εξερευνάτε ένα φαινομενικά άδειο, ήσυχο σπίτι διαβάζοντας ξεχασμένα ημερολόγια, το περιβάλλον μπορεί ξαφνικά να “σπάσει”, μεταφέροντάς σας στην εναλλακτική, εφιαλτική εκδοχή του κόσμου (το γνωστό Otherworld). Όταν οι τοίχοι αρχίζουν να ματώνουν και το μέταλλο παίρνει τη θέση του ξύλου, το gameplay μετατρέπεται σε έναν απεγνωσμένο αγώνα επιβίωσης. Πρέπει να βρείτε την έξοδο ενώ το μυαλό σας βομβαρδίζεται από ανατριχιαστικές εικόνες και ήχους.
Mechanics
Αν το gameplay είναι ο κορμός, τα mechanics του Townfall είναι η καρδιά του, και εδώ είναι που η No Code βάζει τη δική της, μοναδική υπογραφή. Το παιχνίδι είναι ουσιαστικά μια συλλογή από εξαιρετικά έξυπνους, πολύπλοκους γρίφους που βασίζονται στην απτική (tactile) αλληλεπίδραση με παλιά, αναλογική τεχνολογία. Θα περάσετε πολύ χρόνο κοιτάζοντας οθόνες από παλιές τηλεοράσεις CRT, γυρνώντας διακόπτες σε ασυρμάτους (ham radios) για να πιάσετε τη σωστή συχνότητα μέσα από τα παράσιτα, και αναλύοντας κασέτες ήχου.
Η αλληλεπίδραση με αυτά τα μηχανήματα είναι εκπληκτικά ρεαλιστική. Πρέπει να πατήσετε φυσικά τα κουμπιά, να γυρίσετε τις ροδέλες και να βάλετε τα καλώδια στις σωστές υποδοχές. Σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς γρίφους του παιχνιδιού, βρίσκετε μια κασέτα φωνητικής εγγραφής. Αν την παίξετε κανονικά, ακούτε απλά έναν άνθρωπο να μιλάει. Αν όμως ρυθμίσετε την ταχύτητα αναπαραγωγής (pitch) και την παίξετε ανάποδα, η φωνή μετατρέπεται σε ένα δαιμονικό μήνυμα που σας δίνει τον κωδικό για την επόμενη πόρτα. Αυτή η διαδικασία δεν είναι απλά ένα mini-game. Σε κάνει να νιώθεις σαν πραγματικός ντετέκτιβ του υπερφυσικού, προσπαθώντας να βγάλεις νόημα μέσα από το χάος.

Η έλλειψη παραδοσιακού User Interface (δεν υπάρχουν τεράστιοι δείκτες ζωής, βελάκια που να σου δείχνουν πού να πας ή minimaps) ενισχύει τρομακτικά το immersion. Πρέπει να παρατηρείτε τον χώρο, να κρατάτε σημειώσεις (έστω και νοητά) και να διαβάζετε προσεκτικά τα έγγραφα που βρίσκετε. Το παιχνίδι δεν σε κρατάει από το χέρι, αλλά οι γρίφοι του διαθέτουν μια σαφή εσωτερική λογική. Όταν βρεις τη λύση, δεν νιώθεις ποτέ ότι το παιχνίδι έκλεψε, αλλά ότι εσύ άργησες να δεις το προφανές που κρυβόταν μπροστά στα μάτια σου. Και όλα αυτά γίνονται ενώ η αίσθηση ότι κάποιος (ή κάτι) σε παρακολουθεί από τις γωνίες του δωματίου, δεν σε αφήνει ποτέ σε ησυχία.
Γραφικά
Οπτικά, το Silent Hill: Townfall δεν προσπαθεί να ανταγωνιστεί τα μεγαθήρια παραγωγής των AAA action games με τα εκατομμύρια πολύγωνα σε κάθε μοντέλο. Αντίθετα, ποντάρει τα πάντα στην καλλιτεχνική διεύθυνση (art direction) και κερδίζει το στοίχημα πανηγυρικά. Το παιχνίδι χρησιμοποιεί φίλτρα που θυμίζουν παλιές βιντεοκασέτες (VHS), με ελαφρύ θόρυβο στην εικόνα (film grain) και χρωματικές παραμορφώσεις που κάνουν την εμπειρία να μοιάζει με χαμένο, “καταραμένο” υλικό που ανακαλύψατε σε ένα εγκαταλελειμμένο υπόγειο.
Η ομίχλη, ο απόλυτος πρωταγωνιστής κάθε Silent Hill, έχει αποδοθεί αριστουργηματικά. Δεν είναι απλά ένας γκρίζος τοίχος, αλλά μια οντότητα που κινείται, στροβιλίζεται και κρύβει σιλουέτες που μόλις πας να τις πλησιάσεις, εξαφανίζονται. Το draw distance είναι σκόπιμα περιορισμένο για να ενισχύσει την κλειστοφοβία ακόμα και όταν βρίσκεσαι σε εξωτερικούς χώρους. Όταν ο ήλιος δύει και το σκοτάδι πέφτει, ο τρόπος που το φως του φακού σας σκίζει την ομίχλη και ρίχνει τεράστιες, παραμορφωμένες σκιές στους τοίχους, σε κάνει να σταματάς τα βήματά σου από τον φόβο.

Τα περιβάλλοντα βρίθουν από μικρές, μακάβριες λεπτομέρειες. Η ταπετσαρία που ξεφλουδίζει, το σκουριασμένο μέταλλο στις πόρτες, ο τρόπος που το αίμα έχει ποτίσει το παλιό ξύλο στα πατώματα. Ο σχεδιασμός των λιγοστών τεράτων είναι εξαιρετικά ενοχλητικός. Δεν μοιάζουν με κλασικά ζόμπι, αλλά με ανθρώπινα σώματα που έχουν παραμορφωθεί από τον πόνο και τις τύψεις, σπασμένα και ενωμένα ξανά με λάθος τρόπους. Είναι ένα οπτικό αποτέλεσμα που προκαλεί πραγματική απέχθεια, αλλά δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του.
Ήχος & Μουσική
Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε fan τι κάνει το Silent Hill ξεχωριστό, η πρώτη απάντηση θα είναι η μουσική του Akira Yamaoka και το sound design. Το Townfall γνωρίζει πολύ καλά τη βαριά κληρονομιά που κουβαλάει και παραδίδει έναν ηχητικό τομέα που αποτελεί σεμινάριο για το πώς πρέπει να ακούγεται ο ψυχολογικός τρόμος.
Η μουσική αποφεύγει τις επικές μελωδίες. Αντίθετα, βασίζεται σε βιομηχανικούς (industrial) θορύβους, απόκοσμα μεταλλικά χτυπήματα, διαπεραστικά έγχορδα και βαριά κρουστά που θυμίζουν καρδιακό παλμό. Κατά τη διάρκεια της εξερεύνησης, συχνά επικρατεί απόλυτη, νεκρική σιγή, η οποία σπάει μόνο από τον ήχο των βημάτων σας. Αυτή η σιωπή είναι πιο τρομακτική από οποιοδήποτε τέρας. Το χαρακτηριστικό ραδιοφωνάκι, το οποίο αρχίζει να βγάζει ένα εκνευριστικό, δυναμικό παράσιτο (static) όσο πλησιάζει ο κίνδυνος, επιστρέφει και λειτουργεί ξανά ως το απόλυτο εργαλείο πρόκλησης άγχους. Όταν ακούς το παράσιτο να δυναμώνει μέσα στο σκοτάδι αλλά δεν μπορείς να δεις τίποτα, ο πανικός είναι εγγυημένος.

Το voice acting (οι φωνητικές ερμηνείες) των χαρακτήρων, και ειδικά οι φωνές που ακούτε μέσα από τις κασέτες, είναι ανατριχιαστικά ρεαλιστικές. Δεν υπάρχουν υπερβολές. Ακούς την απόγνωση, τη σύγχυση και τη θλίψη στη φωνή τους, κάνοντας το μυστήριο γύρω από την πόλη ακόμα πιο ανθρώπινο και τραγικό. Το παιχνίδι απαιτεί να παιχτεί με ένα πολύ καλό ζευγάρι ακουστικά, καθώς η κατεύθυνση του ήχου παίζει κρίσιμο ρόλο στην επίλυση αρκετών γρίφων.
Συμπέρασμα
Φτάνοντας στο τέλος αυτού του σκοτεινού ταξιδιού, πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: Το Silent Hill: Townfall δεν απευθύνεται στους παίκτες που ψάχνουν δράση, πιστολίδι και τρελό ρυθμό. Αν μπείτε με τη νοοτροπία θα απογοητευτείτε. Αν όμως αφεθείτε στον ρυθμό του, θα ζήσετε κάτι μοναδικό.
Η No Code κατάφερε να πάρει την ουσία του Silent Hill, τον ψυχολογικό τρόμο, την ενοχή, το Otherworld, την ομίχλη και να τη “συσκευάσει” σε ένα 9ωρο narrative puzzle adventure που δεν κάνει κοιλιά ούτε λεπτό. Οι αλληλεπιδράσεις με την αναλογική τεχνολογία, η συγκλονιστική ατμόσφαιρα, το αρρωστημένο art direction και ο μόνιμος κόμπος στο στομάχι από τον ηχητικό τομέα, το καθιστούν μια τεράστια επιτυχία. Είναι μια γενναία και απόλυτα πετυχημένη προσπάθεια διεύρυνσης του franchise, που σέβεται το παρελθόν αλλά δεν φοβάται να πειραματιστεί. Αν έχετε τα κότσια να αντιμετωπίσετε τα σκοτεινά σας μυστικά, η ομίχλη σας περιμένει. Απλά θυμηθείτε να έχετε γεμάτες μπαταρίες στον φακό σας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ