«Όταν συνειδητοποίησα ότι όλα καίγονται, βγήκα. Αποφάσισα να κάνω ό,τι δεν έκαναν οι περισσότεροι από τους οποίους έχασαν τη ζωή τους”

φωτιά
"Κάποιοι έφυγαν προς την αντίθετη κατεύθυνση και βρέθηκαν ψηλά από την επιφάνεια της θάλασσας. Έτσι παγιδεύτηκαν. Ήταν άνθρωποι από άλλες περιοχές και δεν γνώριζαν..."

Ο Χάρης Κωνσταντινίδης είναι χρόνια κάτοικος στο Μάτι. Ο ίδιος διηγήθηκε στο περιοδικό People και τον Γιώργο Πράτανο όσα έζησε από το απόγευμα της Δευτέρας και το πώς κατάφερε να σώσει τα τρία του σκυλιά. Η περιγραφή του ανατριχιάζει!

«Εκείνο το απόγευμα, εντελώς ξαφνικά άρχισε να φυσάει αέρας έντασης 9 μποφόρ. Ενημερωνόμουν από το ραδιόφωνο για όσα συνέβαιναν και άκουγα πως ήταν μακριά, στο Νταού Πεντέλης και στην Καλλιτεχνούπολη. Σκέφτηκα πως πρέπει να έχω το νου μου, αλλά στη συνέχεια είχαμε διακοπή ρεύματος. Είχα ακούσει πως πάει προς Βουτζά η πυρκαγιά. Όσοι κατοικούμε εδώ, στο Μάτι, λέμε τρεις δεκαετίες τώρα πως την έχουμε γλιτώσει. Πάντα η φωτιά πήγαινε παράλληλα προς τη Μαραθώνος. Επί τρεις δεκαετίες συμβαίνει αυτό, αλλά έτυχε φέτος, το 2018, να αλλάξει ο αέρας… Πάντα τη γλίτωναν η Ραφήνα, ο Άγιος Ανδρέας, το Κόκκινο Λιμανάκι, το Μάτι.

Άρχισα να μυρίζω τον καπνό και έβλεπα τη φωτιά να κατεβαίνει. Είχα αντιληφθεί πως η φωτιά δεν ήταν και τόσο μακριά. Τα τρία σκυλιά μου είχαν τρομάξει, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να τα εγκαταλείψω. Πήρα στην Πυροσβεστική και τους είπα πως είμαι εγκλωβισμένος. “Αυτό δεν είναι εγκλωβισμός” μου είπαν “βγείτε εσείς, κύριέ μου, και μη σας νοιάζει. Να μας τηλεφωνήσετε αν εσείς ο ίδιος δεν μπορείτε να φτάσετε στην παραλία”. Μου είπαν να φορέσω μακριά ρούχα, κάλτσες, αθλητικά παπούτσια, καπέλο… “Και επάνω σας βρεγμένες πετσέτες. Μπορείτε να τοποθετήσετε και στα σκυλιά βρεγμένες πετσέτες”.

Κάηκε στη φωτιά το σπίτι τραγουδιστή που ανάρρωνε στο Μάτι μετά από εγκεφαλικό!

Κι ενώ είχα κλειδαμπαρωθεί, ξαφνικά ένιωσα να έρχεται ένα κύμα ζέστης. Ο καπνός έμπαινε από παντού, παρόλο που είχα τα πάντα κλειστά. Έφτασα σε σημείο να μην μπορώ να εντοπίσω τα σκυλιά. Όταν αντιλήφθηκα πως όλα γύρω από το σπίτι καίγονταν, πήρα την απόφαση να βγω. Είχα στο μυαλό μου ένα πλάνο για το πώς θα κινηθώ. Αλλά τώρα είχαν συμβεί πράγματα που δεν υπολόγισα: Κατέβαιναν συνεχώς αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να κλείσει ο δρόμος. Άρχισαν να παίρνουν φωτιά το ένα αυτοκίνητο πίσω από το άλλο. Πήρε και το δικό μου, που ήταν μπροστά από την καγκελόπορτά μου. Τα δέντρα καίγονταν από πάνω, ενώ γίνονταν εκρήξεις στα κιβώτια του ΟΤΕ, στα ντεπόζιτα.

Βγήκα πρώτα μόνος μου για να ανοίξω την εξωτερική καγκελόπορτα, η οποία ήταν πυρακτωμένη. Αλλά εκείνη τη στιγμή τίποτε δεν μπορεί να σε σταματήσει. Την άνοιξα και επέστρεψα μέσα στο σπίτι για να βγάλω τα σκυλιά. Τα τράβηξα έξω με το ζόρι και έκλεισα την πόρτα. Τότε τα σκυλιά κατάλαβαν πως δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο πέρα από το να με ακολουθήσουν. “Τρέχουμε” τους φώναξα αλλά όταν φτάσαμε στο δρόμο συνειδητοποιώ πως πρέπει να κάνω ζικ ζακ ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Τότε έσφιξα τα λουριά για να γίνουμε ένα σώμα με τα σκυλιά, για να μπορούμε να ελιχθούμε. Είδα μια πιλοτή στα 100 μ. και καταφέραμε να μπούμε εκεί. Εκεί είχαν μαζευτεί ηλικιωμένοι και παιδιά με ρούχα στα πρόσωπά τους. Δίπλα καιγόταν ένα σπίτι. Ήμασταν 15 άτομα. Στη συνέχεια ήρθε μια κυρία με τα δικά της σκυλάκια και άρχισε να γίνεται φασαρία, οπότε αποφάσισα να φύγω από εκεί.

«Να έρθουν εμένα να ρωτήσουν αν κάηκε το σπίτι του Ηλία Ψινάκη»!

Ήταν περίπου 19.30. Αποφάσισα να κάνω ό,τι δεν έκαναν οι περισσότεροι από τους οποίους έχασαν τη ζωή τους. Είχα στο μυαλό μου πως έπρεπε να πάω προς το λιμάνι, που έχει προβλήτα, που είναι άνοιγμα. Ακόμη κι αν δεν προλάβαινα να φτάσω εκεί, θα μπορούσα να προφυλαχθώ στο άνοιγμα που υπάρχει στο ξενοδοχείο Aqua Marina. Τελικά, δεν έφτασα καν τόσο κάτω, γιατί δεν χρειάστηκε. Έβλεπα να πηγαίνουν προς τα εκεί ηλικιωμένες κυρίες με πι, που τις συνόδευαν οι οικείοι τους. Θεώρησα καλύτερο να πάνε εκείνες εκεί, το είχαν περισσότερη ανάγκη. Οπότε μπήκα σε ένα άνοιγμα που υπήρχε πριν, χώθηκα σε μια σπηλιά. Στου Μπονάνου κάνει μια γωνία. Έτσι, όταν στη μία πλευρά υπάρχει άπνοια, στην άλλη φυσάει. Αυτά είχα στο μυαλό μου. Ήμουν στο ύψος της θάλασσας, μέσα στη θάλασσα. Κάποιοι έφυγαν προς την αντίθετη κατεύθυνση και βρέθηκαν ψηλά από την επιφάνεια της θάλασσας. Έτσι παγιδεύτηκαν. Ήταν άνθρωποι από άλλες περιοχές και δεν γνώριζαν την περιοχή. Κατέβαινε κόσμος σε δρόμους που ήταν πυκνόφυτοι γύρω γύρω… Κάποια στιγμή ήρθαν κι άλλοι στη σπηλιά, οπότε αναγκάστηκα να φύγω από εκεί.

Βρήκα ένα άλλο μικρό άνοιγμα στο οποίο υπήρχαν κάγκελα. Εκεί έδεσα τα σκυλιά και κατέβηκα λίγο πιο κάτω για να κοιμηθώ λίγο. Έτσι, με προστάτευαν τα σκυλιά. Κάποια στιγμή γύρω στις 3.00 ήρθαν φουσκωτά με προβολείς, αλλά τους είπα πως έχω και τα σκυλιά και δεν ήθελα να ανέβω. Επέστρεψα τελικά τα ξημερώματα. Σκεφτόμουν τι θα αντικρίσω όταν γυρίσω πίσω…».