Με περισσότερα από 30 χρόνια πορείας στα media, έχει ζήσει από κοντά τις μεγαλύτερες στιγμές της ελληνικής showbiz, έχει πάρει συνεντεύξεις από τα πιο λαμπερά ονόματα της μουσικής σκηνής και έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή εμβληματικών τηλεοπτικών και μουσικών γεγονότων. Ο Θέμης Γεωργαντάς έχει συνδέσει το όνομα του με την ελληνική μουσική και τελικά ίσως είναι περισσότερο… MAD από όσο φαντάζεσαι.
Ο αγαπημένος παρουσιαστής και ραδιοφωνικός παραγωγός ανοίγει το προσωπικό του αρχείο στο zappit και θυμάται άγνωστες ιστορίες από τα MAD Video Music Awards, αποκαλύπτει πώς έζησε την πιο δύσκολη βραδιά του θεσμού, μιλά για τη φιλία και τη συνεργασία του με τη Ναταλία Γερμανού, σχολιάζει την τεράστια επιτυχία της Άννας Βίσση, εξηγεί γιατί θεωρεί ότι η καθαρή ψυχαγωγία λείπει από τη σημερινή τηλεόραση και απαντά σε όσα έχουν ακουστεί κατά καιρούς για τους δύο κολλητούς του, τον Δημήτρη Ουγγαρέζο και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο Θέμης Γεωργαντάς μοιράζεται άγνωστες ιστορίες με τον Σάκη Ρουβά, τον Μιχάλη Χατζηγιάννη και άλλους καλλιτέχνες που είδε να κάνουν τα πρώτα τους βήματα, ενώ δεν διστάζει να μιλήσει και για τις πιο προσωπικές στιγμές της ζωής του, από την απώλεια του πατέρα του μέχρι τον έρωτα και την επιλογή του να κρατά την ιδιωτική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Ο Θέμης Γεωργαντάς έρχεται σήμερα στο zappit και αυτό είναι… The Full Story της ζωής του!
H πρώτη χρονιά των VMA είναι η πιο αγαπημένη μου. Την έχω στην καρδιά μου, στο μυαλό μου εντελώς μόνη της και τελείως διαφορετικά από όλες τις άλλες, γιατί πηγαίναμε τελείως στα τυφλά, δεν ξέραμε τι μας ξημερώνει, βλέπαμε με τον ιδιοκτήτη του Mad, με τον Ανδρέα τον Κουρή, τα βραβεία στο εξωτερικό, τα αντίστοιχα, τα μουσικά, και λέγαμε “Πώς θα γίνει να κάνουμε και εμείς βραβεία;”. Την πρώτη χρονιά, τα πρώτα χρόνια έγιναν στο Θέατρο Βράχων εκεί στο, στο Βύρωνα, και την άλλη μέρα έπαιζαν παντού. Λέμε “εμείς το κάναμε αυτό;”, δηλαδή τσιμπιόμασταν.
Ποιες αντίστοιχες στιγμές από παλαιότερες χρονιές είναι αυτές που σου έχουν μείνει αξέχαστες;
Όλα τα χρόνια στο Θέατρο Βράχων, που ήταν πιο δύσκολα σε εισαγωγικά και πιο ρομαντικά, δηλαδή το δύσκολο ποιο ήτανε; Στο Θέατρο Βράχων, υπέροχος χώρος, δεν το συζητώ, όσοι έχετε βρεθεί, είναι ένας ανοιχτός χώρος. Τι σημαίνει αυτό; Είσαι εκτεθειμένος με τον καιρό. Θυμάμαι μία χρονιά, πρέπει να ήτανε ή η δεύτερη ή η τρίτη απονομή, που δεν κάναμε πρόβα τζενεράλε γιατί έριξε χαλάζι. Κατέστρεψε τα μηχανήματα.
Τη χρονιά που έγιναν τα βίαια επεισόδια, φοβήθηκες ότι μπορεί να στιγματιστούν τα βραβεία;
Φοβήθηκα για τον κόσμο. Αυτό ήταν το μόνο πράγμα που είχα στο κεφάλι μου. Δεν φοβήθηκα για τα βραβεία. Αυτό γενικά δεν μ’ αρέσει να το συζητάω. Γενικά θεωρώ ρε παιδί μου, το ξορκίζω και το βάζω πίσω μου. Είμαι λίγο, ξέρεις, προληπτικός. Εννοείται τώρα που με το ρωτάς θα σου πω. Είχα τεράστιο άγχος για όλα τα παιδιά που ήταν εκεί. Με τις μανάδες τους, με τους πατεράδες τους κλπ. Ε, δηλαδή το άγχος μου ήτανε μη προκληθεί κάποιο επεισόδιο και κάποιο απ’ τα παιδιά που έχει έρθει εκεί για να δει τους αγαπημένους του καλλιτέχνες, πάθει κάτι. Ήταν πάντως μια πολύ δύσκολη βραδιά, γιατί σαφώς ήταν κάτι που δεν το περιμέναμε.
«Αυτό που έχει καταφέρει η Άννα Βίσση είναι μαγικό»
Έχω ξετρελαθεί! Της αξίζει όλο αυτό επί 100! Επί 1.000! Είναι πραγματικά η Άννα Βίσση μία και μοναδική σε αυτό που κάνει, με γιγαντιαία ιστορία! Εγώ θεωρώ ότι η Βίσση είναι η Μαντόνα της Ελλάδας. Δηλαδή, όταν πας στο Καλλιμάρμαρο και βλέπεις νέα παιδιά να τραγουδούν τα κομμάτια της, αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία ενός καλλιτέχνη. Όχι να το τραγουδάει μόνο ο 40άρης, ο 50άρης, αλλά να το τραγουδάει και ο 15άρης. Αυτό που έχει καταφέρει η Άννα είναι μαγικό.
«Ανοίγει η πόρτα με δύναμη και μπουκάρει μέσα η Άλκηστις Πρωτοψάλτη»
Μπαίνω σε ένα δωματιάκι, σε ένα γραφείο, με το κασετοφωνάκι μου εγώ έτσι, να μην μπορώ από την, από την ντροπή και το τρακ. Και συναντώ ένα άλλο παιδάκι που ήταν αντίστοιχα πάλι έτσι, που το λέγαν Σάκη Ρουβά. Και βλέπω λοιπόν ένα παιδάκι απέναντί μου, το Σάκη, και είμαστε και οι δύο “να κάνουμε τις ερωτήσεις”, με το κασετοφωνάκι εγώ και να απαντάει ο Σάκης, και να προσπαθώ να βγάλω έτσι ένα κείμενο και τα λοιπά. Ξαφνικά έτσι όπως μιλάμε, ανοίγει η πόρτα με δύναμη και μπουκάρει μέσα η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η οποία είχε μπερδέψει τα γραφεία. Κλείνει, “Συγγνώμη” μας λέει, “συγγνώμη” ευγενικά, κλείνει την πόρτα. Εμείς έχουμε κοκαλώσει, δεν μιλάμε, και την ξανανοίγει και λέει στον Ρουβά: “Αγόρι μου, καλή σταδιοδρομία” και ξανακλείνει την πόρτα. Πόσο θεά.
Ποια ήταν η καλύτερή σου συνεργασία στην τηλεόραση;
Εντάξει, ποια φαντάζεσαι; Προφανώς είναι η Ναταλία. Γιατί με την Ναταλία είμαστε φίλοι, μένουμε στο ίδιο κτίριο. Ε, είναι, πώς να στο πω, είμαστε οριακά, να στο πω, οικογένεια με την Ναταλία. Οπότε, προφανώς με έναν άνθρωπο που τον ξέρεις πάρα πολύ καλά, ακόμα και στις δύσκολες μέρες, γιατί πάντα υπάρχουν δύσκολες στιγμές σε μία συνεργασία, δουλειά κάνεις, έχεις άλλο κώδικα επικοινωνίας από ό,τι έχεις με κάποιον που δεν έχεις αυτή τη σχέση. Αλλά η αλήθεια είναι ότι και με, εγώ πάντα έκανα ρε παιδάκι μου συνεργασίες που μ’ άρεσαν. Είχα αυτή τη μεγάλη τύχη.
Τα τελευταία χρόνια βρέθηκε στο στόχαστρο κάποιων πρώην συνεργατών της…
Κοίταξε, αυτό που θα σου πω εγώ, από τη δική μου την πλευρά είναι το εξής, αν έχεις κάποιο θέμα με κάποιον στη δουλειά σου, πήγαινε και πες το επί τόπου, πήγαινε πες το στη διεύθυνση, πήγαινε πες το στην παραγωγή, πήγαινε πες το όπου πρέπει να το πεις τέλος πάντων. Υπάρχει ένα κανάλι από πίσω, δεν είναι ο παρουσιαστής, είναι ένα ολόκληρο κανάλι. Πήγαινε λοιπόν στους υπεύθυνους του καναλιού και πες το, μην το λες ενώ έχεις φύγει από την εκπομπή, αυτή είναι η δική μου άποψη. Εγώ στο παρελθόν είχα θέματα με παρουσιαστές ή παρουσιάστριες, δεν θα σου πω ονόματα, και πήγα και το έλυσα το πρόβλημα που είχα. Το έχω λύσει κατευθείαν, δεν μπορείς, δεν γίνεται να μην περνάς, να, να, να συμβαίνει κάτι σε μία εκπομπή και εσύ απλά να το ανέχεσαι, θα πρέπει αυτό το πράγμα να το λύσεις. Εγώ λοιπόν πήγα μέσα σε μία μέρα, ανέβηκα πάνω στη διεύθυνση και είπα, το και το και το και το.
Ήταν με τον κεντρικό παρουσιαστή της εκπομπής;
Όχι. Με, με άλλον. Λοιπόν, και λύθηκε αμέσως. Αν δεν λυνόταν, θα έφευγα. Δεν έχω μάθει στη ζωή μου, ούτε να καταπιέζομαι, ούτε κάποιος να με κάνει να μην αισθάνομαι ωραία με τον εαυτό μου.
Όταν μέθυσε με τη ρακή στην εκπομπή της Ναταλίας Γερμανού
Τα πρώτα χρόνια είχα φρικάρει, δεν το ήθελα. Και δεν το ‘χω πει ξανά αυτό. Τα πρώτα χρόνια, το ‘χα ζήσει τόσο έντονα, που μου λέγαν όλοι, α, με τις ρακές, με τη Ναταλία το ‘να, το άλλο, και έλεγα, Παναγία μου, δηλαδή, με μέθυσε, πραγματικά με μέθυσε σε μία ζωντανή εκπομπή και λέω, έχουν περάσει τώρα τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια και κοίτα να δεις που μου λένε ακόμα για αυτό, ήταν λίγο περίεργο.
Είναι κάτι από το backstage εκείνης της μέρας που δεν ξέρουμε;
Το ότι η Ναταλία προσπαθούσε να με προστατέψει και απεγνωσμένα έκανε νοήματα “πάρτε τον από τον αέρα”. Και με άφηνε η παραγωγή, ξέρεις, αυτό να ξέρεις, είναι επικίνδυνο, γιατί δεν ξέρεις ο καθένας όταν πιει, πώς θα συμπεριφερθεί.
Πόσες ρακές είχες πιει;
Έντεκα, στις 10:00 το πρωί ξεκίναγε η εκπομπή. Από την τρίτη, τέταρτη και μετά, δεν καταλάβαινα.
Πες μου το πρώτο θετικό και το πρώτο αρνητικό χαρακτηριστικό που σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς τα ονόματα: Δημήτρης Ουγγαρέζος και Λάμπρος Κωνσταντάρας;
Το θετικό του Λάμπρου είναι ότι είναι απίστευτα καλόβολος. Δηλαδή, ο Λάμπρος είναι, πώς να στο πω ρε παιδί μου, ο πιο καλόβολος άνθρωπος. Είναι, είναι εύκολος πολύ… Το θετικό του Δημήτρη είναι απίστευτα ψυχοπονιάρης, είναι πολύ ευαίσθητος, σε νοιάζεται απίστευτα πολύ. Άμα καταλάβει ότι κάτι έχεις, θα σε πάρει τηλέφωνο, προσέχει κάποιες λεπτομέρειες που τις πιάνει και θέλει λιγάκι ρε παιδί μου να σου, θέλει να σου κάνει pampering. Αρνητικά. [γέλιο] Οι δύο γεροντοκόρες! Το ένα ξινίζει στον ένα, το άλλο ξινίζει στον άλλο. Υπάρχει μια γκρίνια που φυσικά μπορώ να τη διαχειριστώ και με τον ένα και με τον άλλο. Διαφορετική γκρίνια έχει ο καθένας, όχι την ίδια.
Ο Δημήτρης πιστεύεις ότι είναι παρεξηγημένος;
Ναι. Αλλά το προκαλεί αυτός. Εντάξει, να σου πω, ξέρουν όλοι νομίζω στο χώρο πόσο καλό παιδί είναι ο Δημήτρης. Απλά χάνει το δίκιο του. Ξέρεις, πολλές φορές έτσι που φωνάζει, που κάνει… Το καταλαβαίνει μετά. Μετά το καταλαβαίνει και στεναχωριέται. Και σου ζητάει και συγγνώμη, τα κάνει, τα κάνει όλα, τα κάνει όλα, απλά ο Δημήτρης είναι αυτό, είναι ένα παιδί, είναι παιδί. Είναι ένα παιδί, ε, και ξέρεις, του βγαίνουν αυτές οι, να το πω έτσι, οι εκρήξεις, το ένα, το άλλο και τα λοιπά και μετά του φεύγει, όλο, όλο του φεύγει.
Βρέθηκε και ο Λάμπρος στο στόχαστρο λίγο φέτος πάλι…
Ο Λάμπρος είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, αλλά άσε τον άνθρωπο, πάμε στον επαγγελματία. Είναι ένας πολύ σωστός επαγγελματίας, αυτή την εικόνα έχω εγώ για αυτόν. Οπότε, τη στιγμή λοιπόν που τον βλέπεις και βλέπεις πώς δουλεύει και βλέπεις ότι δεν θέλει να τσακώνεται, δεν θέλει να ανακατεύεται, δεν θέλει να κάνει, δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Δεν υπάρχει λόγος να το, εσύ, ο Λάμπρος δηλαδή, εννοώ εν προκειμένω, να κάθεσαι και να το ψυρίζεις περισσότερο.
Έχεις καταφέρει για την προσωπική σου ζωή να μην ξέρουμε τίποτα.
Είμαι ο μόνος; Ξέρεις πόσοι άλλοι σαν εμένα υπάρχουνε; Άμα θες την προσωπική σου ζωή να… άμα είσαι… αν είσαι χαμηλών τόνων, εγώ θεωρώ ότι είμαι χαμηλών τόνων άνθρωπος, δεν είμαι παιδί, δεν είμαι loud. Θεωρώ ότι είμαι χαμηλών τόνων σαν άτομο γενικά. Οπότε, σαφώς και μπορείς την προσωπική σου να την κρατήσεις αν θέλεις. Πανεύκολο είναι, δεν είναι κάτι δύσκολο. Δεν είμαστε στην εποχή που σε κυνηγάνε παπαράτσι και είναι έξω από το σπίτι σου για να δούνε πού μπαίνεις, πότε βγαίνεις και τα λοιπά. Δεν υπάρχουν αυτά.
«Δεν έχω πέσει ποτέ στα πατώματα για έρωτα»
Επειδή δεν έχεις ερωτευτεί πολύ ή επειδή το αντιμετωπίζεις διαφορετικά όταν τελειώνει;
Ποιος δεν έχει ερωτευτεί; Πρέπει να έχω κλάψει, απλά για να με βλέπεις να μου σου απαντάω τόσο εύκολα, προφανώς δεν, καταλαβαίνεις, δεν το έχω πάρει τόσο πολύ να ποτίσει μέσα μου. Πρέπει να έχω κλάψει. Δεν θεωρώ ότι κάποιος δεν έχει κλάψει για έρωτα, εκτός αν είναι έρωτας του ενός μήνα. Ε, προφανώς και… και το σκίρτημα το έχω νιώσει, αυτό το σκίρτημα που λες, που σε πιάνει το στομάχι σου και λες “Παναγία μου, τι συμβαίνει εδώ;”. Αλλά και έχω… έχω ας πούμε, ναι, βρεθεί σε αυτή τη φάση. Δεν έχω πέσει όμως υπερβολικά στα πατώματα. Δεν το επιτρέπω στον εαυτό μου.
«Έχω βιώσει την απώλεια του πατέρα μου, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου»
Τα πράγματα δεν είναι ποτέ δύσκολα όταν έχεις την υγεία σου. Ό,τι και να σου συμβεί στη δουλειά, είναι κάτι το οποίο μπορείς να το ξεπεράσεις, γιατί έχεις την υγεία σου. Όταν όμως χάνεις έναν δικό σου άνθρωπο… Εγώ, ας πούμε, έχω βιώσει την απώλεια του πατέρα μου. Όταν χάνεις έναν δικό σου άνθρωπο, εκεί χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου.
Ένιωσες τότε ότι έχασες τη γη;
Ήταν η πρώτη μου απώλεια. Η μαμά μου, δόξα τω Θεώ, είναι εν ζωή. Έχω πάρει πολύ αγάπη… Είχα πολύ ωραία παιδικά χρόνια, πολύ πολύ αγάπη, και εγώ και η αδελφή μου. Οπότε, όταν έφυγε ο μπαμπάς, που είχε γενικά ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας με την καρδιά του… Όταν έφυγε ο μπαμπάς και βλέπαμε ότι μάλλον θα φύγει, ξέρεις, τον τελευταίο ένα χρόνο ας πούμε, αυτό είναι ζόρικο. Αναθεωρείς πράγματα, το κλασικό, ότι δεν σε ενδιαφέρει τίποτα άλλο και λες “Τι βλακείες κάθομαι και ασχολούμαι και τσακώνομαι και κάνω”. Και αυτό σίγουρα το έχουν νιώσει όλοι όσοι έχουν χάσει έναν δικό τους άνθρωπο, τελεία.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ