Το Κάμπινγκ είναι από εκείνες τις σειρές που από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνεις ότι δεν θέλουν να χωρέσουν εύκολα σε ένα κουτάκι. Είναι κωμωδία, αλλά όχι μόνο. Έχει μυστήριο, σκοτεινές γωνίες, παράξενους ανθρώπους, αρκετό… παραλογισμό και μια ιστορία που επιλέγει –ευτυχώς– να μη σου δώσει όλες τις απαντήσεις από την αρχή.
Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο ατού του. Στον «Άλλο Κόσμο», το κάμπινγκ όπου καταλήγει ο Ιορδάνης με τα δύο παιδιά του και μια βαλίτσα γεμάτη χρήματα, σχεδόν όλοι κάτι κρύβουν. Οι χαρακτήρες δεν συστήνονται με το καλημέρα αναλυτικά στον θεατή. Μπαίνουν στην ιστορία, πετούν μια ατάκα, δημιουργούν μια υποψία και σε αφήνουν να τους ανακαλύψεις στην πορεία.
Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι εξαιρετικά εύστοχος ως Ιορδάνης. Δεν κυνηγά το αστείο και ακριβώς γι’ αυτό το πετυχαίνει. Παίζει έναν άνθρωπο μονίμως ένα βήμα πίσω από όσα του συμβαίνουν, με μια αμηχανία που γίνεται συχνά πολύ πιο αστεία από οποιαδήποτε ατάκα. Απέναντί του, ο Γιώργος Χρυσοστόμου φτιάχνει έναν εντελώς διαφορετικό Σοφοκλή: λιγομίλητο, «βαρύ», κάπως απειλητικό, κάπως τρυφερό και αρκετά απρόβλεπτο. Οι δυο τους δημιουργούν ένα πολύ ενδιαφέρον δίδυμο ακριβώς επειδή δεν μοιάζουν σε τίποτα.
Η Βίκυ Σταυροπούλου έχει ίσως το δυσκολότερο στοίχημα: να χρησιμοποιήσει το αναγνωρίσιμο κωμικό της ένστικτο χωρίς να ξαναπαίξει κάτι που έχουμε ήδη δει. Και το καταφέρνει, δίνοντας στη Γιώτα ζεστασιά και μια υποδόρια μελαγχολία που την κάνει κάτι περισσότερο από έναν ακόμη κωμικό χαρακτήρα.
Ευχάριστη έκπληξη είναι και η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη. Έπειτα από μια σειρά έντονα δραματικών ρόλων, εδώ τη βλέπουμε για πρώτη φορά να κινείται στην κωμωδία ως Μαριάννα και της πηγαίνει πολύ. Έχει μια ανεπιτήδευτη ελαφρότητα, χωρίς να προσπαθεί να αποδείξει ότι «μπορεί να κάνει κωμωδία», και ταυτόχρονα αφήνει να φαίνεται ότι πίσω από την εξωστρέφεια της ηρωίδας υπάρχει κάτι που ακόμη δεν γνωρίζουμε.
Πολύ καλές στιγμές έχουν και η Μπέσσυ Μάλφα με τον Γιάννη Νταλιάνη ως Στέλλα και Τάσος. Εκεί η σειρά πατά περισσότερο στην καθαρή κωμωδία χαρακτήρων και η μεταξύ τους κόντρα έχει ρυθμό και αλήθεια. Η Μάλφα ειδικά παίρνει έναν χαρακτήρα που στα χαρτιά θα μπορούσε εύκολα να γίνει καρικατούρα και τον κρατά στη σωστή πλευρά της υπερβολής.
Αυτό που μου αρέσει περισσότερο, όμως, στο «Κάμπινγκ» είναι η ατμόσφαιρά του. Ο «Άλλος Κόσμος» δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Σταδιακά γίνεται ένας επιπλέον πρωταγωνιστής. Ένας μικρόκοσμος ανθρώπων που πιθανότατα δεν θα επέλεγαν ποτέ ο ένας τον άλλον, αλλά για κάποιον λόγο έχουν καταλήξει να ζουν δίπλα δίπλα.
Οπτικά, επίσης, η σειρά έχει άποψη. Η φωτογραφία του Θωμά Βαρβία και η σκηνοθεσία του Σέργιου Κωνσταντινίδη αποφεύγουν αρκετές από τις γνώριμες ευκολίες της τηλεοπτικής κωμωδίας. Υπάρχει χώρος στην εικόνα, ωραίο παιχνίδι με το φυσικό περιβάλλον και κυρίως η αίσθηση ότι η κάμερα συμμετέχει στην αφήγηση αντί απλώς να περιμένει ποιος θα πει την επόμενη ατάκα.
Δεν λειτουργούν όλα με την ίδια ένταση. Με τόσους χαρακτήρες να μπαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα στο παιχνίδι, υπάρχουν στιγμές που η σειρά μοιάζει να θέλει να μας συστήσει περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους προλαβαίνουμε πραγματικά να γνωρίσουμε. Και η ισορροπία ανάμεσα στην κωμωδία, το αστυνομικό στοιχείο και τις πιο σκοτεινές ιστορίες της θα κριθεί κυρίως στη συνέχεια. Αν ένα από αυτά επικρατήσει υπερβολικά, μπορεί εύκολα να χαθεί αυτό το παράξενο μείγμα που τώρα αποτελεί τη γοητεία της.
Για την ώρα, πάντως, το «Κάμπινγκ» έχει κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο στην τηλεόραση: προσωπικότητα. Δεν προσπαθεί να φωνάξει ότι είναι διαφορετικό. Απλώς σε βάζει στον παράξενο κόσμο του και σε κάνει να θέλεις να μείνεις λίγο ακόμη για να δεις τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.
Και σε μια σεζόν με πολλές σειρές και ακόμη περισσότερες πρεμιέρες, αυτό είναι ήδη μια μικρή νίκη.
