Zappit

Ρίκα Διαλυνά: To περιστατικό που την τρόμαξε μετά την ταινία Τρελοπενηντάρης – «Βλέπω ξαφνικά κάτι καπνούς»

"Άνοιξα να τρέχει το  ζεστό νερό στη μπανιέρα και για να είναι ζεστό και το δωμάτιό μου είχα βάλει το σεσουάρ των μαλλιών πάνω στο κρεβάτι." δήλωσε η Ρίκα Διαλυνά.

Στο Λοιπόν και ατην Φρόσω Σιδηροκαστρίτη παραχώρησε συνέντευξη η Ρίκα Διαλυνά η οποία μεταξύ άλλων μίλησε και για την εμπειρία της με την συμμετοχή της στην ταινία Τρελοπενηντάρης αλλά και για ένα ευτράπελο που συνέβη μόλις τελείωσαν τα γυρίσματα και επέστρεψε στο σπίτι της.

-Υπήρξε κάποιο ευτράπελο που να συνέβη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «Τρελοπενηντάρη» που να μην μπορούσατε να κρατηθείτε από τα γέλια;

Όχι δεν είχε συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Ήταν από τις ταινίες που δεν συνέβησαν τέτοια ξαφνικά γεγονότα που να μας ανάγκαζαν να σταματήσουμε τη λήψη. Κύλησαν όλα πολύ ήσυχα. Βέβαια, την τελευταία φορά που επέστρεψα από τα γυρίσματα αυτής της ταινίας και μπήκα στο σπίτι μου, το πρώτο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν ένα ωραίο καυτό μπάνιο. Άνοιξα να τρέχει το  ζεστό νερό στη μπανιέρα και για να είναι ζεστό και το δωμάτιό μου είχα βάλει το σεσουάρ των μαλλιών πάνω στο κρεβάτι. Κάποια στιγμή που έκανα μπάνιο βλέπω ξαφνικά κάτι καπνούς, αλλά δεν τους έβλεπα να πηγαίνουν από το μπάνιο στο υπνοδωμάτιο αλλά το αντίστροφο. Βγαίνω και τι να δω; Είχε πάρει φωτιά το κρεβάτι μου από το σεσουάρ και τρέχω προς τα έξω, οι γείτονες μου έδωσαν κάτι να ρίξω πάνω μου και μετά πήγαν και έσβησαν τη φωτιά. Στην ταινία αυτή κουράστηκα αρκετά, δεν είχα καταφέρει να κοιμηθώ για δεκαπέντε ημέρες και είχα ετοιμάσει το κρεβάτι μου, είχα κλείσει τα παράθυρα και είχα βάλει βαμβάκια για να μην με ενοχλεί και τελικά συνέβη αυτό. Δεν  με ενοχλούσε όμως η κούραση κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων γιατί αγαπούσα αυτή τη δουλειά. Την κούραση τη μεγάλη τη βίωσα εγώ και ο Αλέκος Τζανετάκος που πηγαινοερχόμασταν για τις ανάγκες των γυρισμάτων, όλο το υπόλοιπο καστ έμενε στην Ύδρα όπου και γυρίστηκε η ταινία. Όταν υπέγραψα για να πάρω μέρος στον «Τρελοπενηντάρη» τους είχα ενημερώσει ότι θα χρειαζόμουν δεκαπέντε ημέρες για να ετοιμάσω την γκαρνταρόμπα μου και το βράδυ της ίδιας ημέρας πάω για την παράσταση στο θέατρο και ακούω να μου χτυπάνε την πόρτα και να μου φωνάζουν “Κυρία Διαλυνά ανοίξτε, ήρθα να σας πω για την ταινία” ανοίγω και εγώ την πόρτα και μου λέει “Ξέρετε πρέπει να έρθω μετά από το θέατρο για να πάμε στο Ydra Beach γιατί αύριο πρωί πρωί ξεκινούν τα γυρίσματα”.

-Είχε ξεχάσει κάποιος από τους συμπρωταγωνιστές σας στην ταινία τα λόγια του;

Όχι, ποτέ. Εκείνη την εποχή δεν γινόντουσαν τέτοια, γιατί όλοι οι ηθοποιοί πηγαίναμε διαβασμένοι. Δεν είχε δημιουργηθεί ποτέ κάποιο πρόβλημα σ’ αυτή την ταινία. Ήταν όλα μελετημένα και στην ώρα τους.

-Οι κάτοικοι της Ύδρας πώς σας υποδέχθηκαν;

Ήταν πολύ αγαπητοί, φανταστείτε ότι ένιωθα τόσο οικεία που μετά το τέλος των γυρισμάτων πήγα και αγόρασα σπίτι στο νησί, ερωτεύτηκα τόσο πολύ αυτό το μέρος.

-Σας ζητούσαν αυτόγραφα;

Ναι. Ο κόσμος τότε μας λάτρευε, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι γινόταν. Απίστευτα πράγματα, δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε στον δρόμο. Εγώ όταν περπατούσα στον δρόμο επειδή πάντα με πείραζαν, είχα μια καρφιτσούλα στα χέρια μου και όταν ερχόταν κάποιος πολύ κοντά μου για να με πειράξει, τον κάρφωνα με την καρφίτσα χωρίς να το πάρει είδηση. Εν τω μεταξύ σπαράζανε από το τρύπημα και εγώ ανενόχλητη προχωρούσα στον δρόμο μου. Ο κόσμος μας αγαπούσε εκείνη την εποχή, δεν είναι όπως τώρα που υπάρχουν τόσοι πολλοί ηθοποιοί και γινόταν χαμός όταν μας έβλεπαν. Μια φορά είχε έρθει έξω από το σπίτι μου ένα ολόκληρο σχολείο και έσπασαν την πόρτα για να μπουν μέσα, γιατί δεν έβγαινα έξω, για να με δουν. Τότε γυρνούσα πολύ αργά από τα γυρίσματα και το θέατρο στο σπίτι και είχα μια ξαδέλφη μου η οποία με βοηθούσε και την είχα σαν γραμματέα μου και πήγε να τους ανοίξει, αλλά αυτοί είχαν δει ξεκινήσει να σπάνε την πόρτα για να μπουν μέσα.

-Πώς νιώθετε όταν βλέπετε ξανά τον « Τρελοπενηντάρη» να παίζεται στη μικρή οθόνη;

Βλέπω όλες τις ελληνικές ταινίες πάρα πολλές φορές, αλλά όχι αυτές που συμμετέχω εγώ. Δεν μπορώ, είναι λίγο περίεργο να βλέπεις τον εαυτό σου σε νεότερη ηλικία και δεν μου είναι ευχάριστο να το κάνω. Μου έρχονται και οι μνήμες από εκείνη την εποχή που ήταν όλα ωραία και πόσο καλά περνούσαμε στα γυρίσματα και πόσο καλοί ήταν οι άνθρωποι που συνεργαζόμασταν. Και είναι και πολλές ταινίες που βλέπω να έχουμε μείνει ζωντανοί δυο –τρεις ηθοποιοί και αυτό είναι αρκετά δυσάρεστο, δεν θέλω να σκέφτομαι ότι έχουν «φύγει» άνθρωποι που έχω περάσει τόσο όμορφα μαζί τους.

-Πιστεύετε ότι κάποιος από τους ηθοποιούς της νέας γενιάς θα μπορέσει να φτάσει σε φήμη τον Λάμπρο Κωνσταντάρα ή κάποιον άλλον ηθοποιό-είδωλο της δικής σας εποχής;

Ποτέ. Καταρχήν τώρα εγώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανέναν, όλοι είναι ίδιοι, ειδικά με τα γένια που έχουν υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια και γι’ αυτόν τον λόγο έχω σταματήσει να παρακολουθώ τηλεόραση για κάτι παθαίνω όταν βλέπω γένια.

-Οι άνδρες της εποχής πώς σας αντιμετώπιζαν;

Υπήρχαν κάποιες αστείες περιπτώσεις. Θυμάμαι ότι όταν είχαμε γυρίσει την ταινία «Ένας βλάκας και μισός» και συμπρωταγωνιστούσα με τον Χρήστο Ευθυμίου, κάθε πρωί για να πάμε στο γύρισμα μας έστελναν αυτοκίνητα για να μας μεταφέρουν. Εμένα ερχόταν το αμάξι και με έπαιρνε στις 6 το πρωί και έβαζα ένα φουστανάκι, ένα μαντήλι στο κεφάλι και έμπαινα μέσα σ’ αυτό, όπου βρισκόταν ήδη ο Ευθυμίου και ανταλλάσσαμε την καλημέρα με όσους ήταν ήδη μέσα στο αμάξι. Έφτανα στα γυρίσματα, έβαζα τις τουαλέτες μου, βαφόμουν και μεταμορφωνόμουν. Όταν τελείωνε το γύρισμα και ήταν να επιστρέψω σπίτι, τα έβγαζα όλα και έβαζα πάλι το φουστανάκι μου και το μαντηλάκι μου και έλεγα την καληνύχτα όταν έβγαινα από το αυτοκίνητο και έφευγα. Μια μέρα γυρνάει ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος που πρωταγωνιστούσε στην ταινία και λέει στον Ευθυμίου “Αυτή η Διαλυνά πότε έρχεται και φεύγει και δεν τη βλέπω;”. Δεν είχε πάρει είδηση ότι ήμουν το ίδιο πρόσωπο. Και επειδή ο Παπαγιαννόπουλος ήταν μεγάλο πειραχτήρι και είχε καταλάβει ότι ο Χρήστος Ευθυμίου με είχε ερωτευθεί και ήθελε να τον πειράζει, έλεγε στα γυρίσματα “Ρίκα πάλι άφησες το παράθυρο ανοιχτό χθες τα βράδυ και κρύωσα” και τα άκουγε ο Ευθυμίου αυτά και τα έβαφε μαύρα από τη ζήλια του.