Ο Παύλος Τσίμας μίλησε στην «Οθόνη» της Καθημερινής και στη Μαρία Κυπραίου για τη νέα σειρά ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων «Σαββόπουλος Long Play», που κάνει πρεμιέρα απόψε στον ΣΚΑΪ.
Ο δημοσιογράφος εξήγησε γιατί το μυστήριο της έμπνευσης του Διονύση Σαββόπουλου παραμένει άλυτο, καθώς και για τη δυσκολία της δημοσιογραφικής απόστασης απέναντι σε σύμβολο γενιάς.
-Ποια πτυχή της προσωπικότητας ή του έργου του θεωρήσατε πιο δύσκολη να αποτυπωθεί ή να περιγραφεί μέσα από τα στοιχεία του ντοκιμαντέρ;
Έχω κάνει πάνω από δέκα μεγάλες συνεντεύξεις με τον Σαββόπουλο τα τελευταία 30 χρόνια, έχω μιλήσει ώρες πολλές μαζί του, για μουσική και πολιτική και για ανθρώπους που γνώρισε, τον έχω ακούσει να λέει τόσες ιστορίες σε παρέες. Στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ τον παρακολουθούσα να διηγείται τη ζωή του, απελευθερωμένος, έτοιμος να πει τα μυστικά του. Κι έπειτα μίλησα με πολλούς ανθρώπους που τον γνώρισαν κι είχαν τόσες ιστορίες να πουν.
Λογικά, όλα θα έπρεπε πλέον να τα ξέρω όλα καλά πια. Αλλά το μυστήριο της έμπνευσης και της δημιουργίας μένει άλυτο. Η ποιητική δύναμη των τραγουδιών του, η μουσική ιδιοφυΐα ενός αυτοδίδακτου της μουσικής, ο τρόπος που, κάθε φορά, η καλλιτεχνική ιδιοτροπία κατάφερνε να γίνει η αυθεντική φωνή της κάθε εποχής και του καθενός μας, όλα αυτά παραμένουν ανεξήγητα. Ίσως κάθε θεατής του Long Play θα σκεφτεί μια διαφορετική, δική του λύση στο αίνιγμα.
-Πόσο εύκολο ήταν να διατηρήσετε δημοσιογραφική απόσταση από ένα πρόσωπο τόσο φορτισμένο πολιτισμικά; Δεν χρειάστηκε ποτέ;
Όπως όλοι, νομίζω, ιδίως της γενιάς μου, είχα έναν διαρκή και δύσκολο διάλογο μαζί του. Τον άκουγα, τον τραγουδούσα, πότε τον καταλάβαινα και πότε όχι, συνήθως ταυτιζόμουν, καμιά φορά έπαιρνα απόσταση. Ο Κυριακόπουλος λέει ότι ήταν σαν τον Σιράνο ντε Μπερζεράκ, που έλεγε με κρυμμένο, με τη φωνή του, αυτά που εμείς θέλαμε να πούμε, μα δεν βρίσκαμε τα σωστά λόγια. Οπότε, είχαμε πάντα μεγάλες απαιτήσεις από εκείνον.
Επιπλέον, σε προσωπικό επίπεδο, δεν ήταν εύκολο να τον αποκηρύξεις. Ήταν, όπως έχει πει ο Πρωτοψάλτου, μια διασταύρωση Ορέστη Μακρή και Μικ Τζάγκερ. Τα τελευταία χρόνια, όμως, και ιδίως τις εβδομάδες των γυρισμάτων για το ντοκιμαντέρ, όπως τον έβλεπα να φθάνει αδύναμος, ταλαιπωρημένος από την αρρώστια, κι έπειτα να στέκεται απέναντι στην κάμερα δυνατός, σαν να έπαιρνε ζωή από την ίδια του την αφήγηση, τον αγάπησα στ’ αλήθεια. Ήταν τόσο συγκινητικός. Τι απόσταση να πάρεις;
