Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος εξομολογείται: «Έχω τόσο μεγάλη ανάγκη την αποδοχή και δεν είμαι περήφανος ως άνθρωπος γι’ αυτό»

Καλεσμένος στο πλατό της εκπομπής «Χαμογέλα και Πάλι» βρέθηκε σήμερα ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ο οποίος μίλησε στη Σίσσυ Χρηστίδου και τους συνεργάτες της για τη νέα σειρά του Mega, Κάμπινγκ, στην οποία πρωταγωνιστεί.

«Δεν είναι ότι είναι κόντρα ρόλος. Δεν έχω παίξει κάποιο ρόλο που να πω ότι έτσι είμαι και δεν έχω παίξει κανέναν ρόλο που να πω ότι “δεν είμαι αυτός”. Σίγουρα υπάρχει κάπου μέσα μου όλο αυτό. Κάπου θα υπάρχει», είπε αρχικά ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος πρόσθεσε στη συνέχεια: «Μου φαίνεται πολύ γνώριμος ο ρόλος μου στο Κάμπινγκ. Μου είναι πολύ οικείος. Δεν είναι στη ζωή μου, είναι στην ψυχή μου, σε όλη τη δειλία μου, σε όλη την συστολή μου, σε όλη την δυσκολία μου. Ο ρόλος μου ζούσε όλη του τη ζωή ως καταπιεσμένος άνθρωπος. Στον Ιορδάνη συμβαίνει ότι «σκάει», ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου. Χαίρομαι που σκάει, παρόλο που παρασέρνει μαζί του πολύ κόσμο και παρόλο που κάνει και πάρα πολύ άσχημα πράγματα επειδή έχει σκάσει, αλλά δεν έχει καθόλου αυτή την πρόθεση.

Αλλά καμιά φορά και οι προθέσεις δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Καμιά φορά κάνουμε πράγματα ενώ δεν έχουμε την πρόθεση, αλλά εντάξει. Οκ, είμαστε στο πλαίσιο μιας κωμωδίας και σε αυτή την κωμωδία συμβαίνουν ακραία τα πράγματα, όπως συμβαίνουν στις κωμωδίες συχνά τα πράγματα λίγο πιο σηκωμένα από το έδαφος. Είναι ένας άνθρωπος που σκάει, αλλά αυτό στο οποίο καταφεύγει ούτε νόμιμο είναι ούτε και το καλύτερο δυνατό. Το κάνει πάρα πολύ τσαπατσούλικα γιατί δεν έχει ακριβώς. Ούτε κακός είναι ούτε παράνομος είναι, ούτε άτιμος είναι. Είναι πολύ τίμιος άνθρωπος. Οπότε τα κάνει όλα όπως να ‘ναι. Δεν το σκέφτεται καθόλου. Κάνει το πιο απελπισμένο σχέδιο που υπάρχει τώρα, να κλέψει λεφτά από τη μαφία, ας πούμε. Δηλαδή ένας άνθρωπος που δεν έχει πει ποτέ «άντε ρε», και μετά προσπαθεί να τα βγάλει πέρα.

Και ευτυχώς συναντάει αυτόν τον τύπο εκεί, τον Σοφοκλή, που είναι από άλλη «φτιαξιά» και μπαίνει σαν προστάτης του, άθελά του. Μπαίνει σαν προστάτης του κάμπινγκ βασικά, γιατί έτσι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Αλλά επειδή ο Ιορδάνης πια μπλέκεται με το Κάμπινγκ, γίνεται προστάτης και του Ιορδάνη και τελικά γίνονται και φίλοι. Συναντάς όλα αυτά τα είδη ανθρώπων σε ένα κάμπινγκ. Είναι όλων των ειδών μέσα εκεί, όλων των ηλικιών, όλων των καταγωγών. Έχει έναν παραλληλισμό με την κοινωνία, αλλά έχει κάτι που εμένα με, με ξεκουράζει, που σχετίζεται με τη φυγή.

Όλοι αυτοί με έναν τρόπο είναι «φυγάδες» της ζωής. Και αυτό είναι που σιγά σιγά νομίζω ότι τραβάει και τον Ιορδάνη και τα παιδιά του. Και κάπως, ενώ καθόλου δεν ήταν η πρόθεση αυτή, κάπως τους καταπίνει αυτός ο κόσμος. Θεωρώ ότι ο Ιορδάνης νιώθει σιγά σιγά πολύ καλύτερα μέσα σε αυτή την καινούργια πραγματικότητα παρά στην παλιά πραγματικότητα. Ακόμα και αν αυτή η πραγματικότητα η καινούρια είναι πολύ επικίνδυνη, είναι πολύ επισφαλής, είναι πολύ πρωτόγνωρη».

Σε ερώτηση για το αν τον γοητεύει η φυγή, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος απάντησε: «Δε με γοητεύει δυστυχώς, αλλά είναι ότι δυσκολεύομαι πολύ στην πραγματικότητα. Αυτό που με κρατάει είναι σίγουρα και η δειλία, αλλά νομίζω ότι με κρατάει και η ζωή μου έτσι όπως τη δόμησα, έτσι όπως την έφτιαξα. Και αυτή η ψευδαισθητική ζωή, μέσα από το θέατρο εννοώ. Κάπως όλες οι ανησυχίες εκτονώνονται μέσα σε αυτούς τους κόσμους που δεν είναι πραγματικοί βέβαια, αλλά για εμάς, για μένα είναι πραγματικοί, οπότε κάπως φεύγω συνέχεια, αλλά φεύγω μέσα σε αυτούς τους κόσμους. Δηλαδή όλη την ώρα είμαι και κάποιος άλλος».

Κλείνοντας, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είπε: «Δεν ξέρω αν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Δεν νομίζω ότι είμαι πολύ καλλιτέχνης. Είμαι ηθοποιός και, και τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να σκηνοθετώ κιόλας, ενώ δε γνωρίζω να σκηνοθετώ. Δεν ξέρω πώς γίνεται. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου επαγγελματία σκηνοθέτη. Δεν είμαι επαγγελματίας σκηνοθέτης. Δεν είμαι καταρτισμένος, ούτε ξέρω ακριβώς να το κάνω. Ενώ θεωρώ τον εαυτό μου επαγγελματία ηθοποιό. Αν μου δώσεις κάτι, ξέρω πώς να το παίξω.

Δεν έχει σημασία αν θα σ’ αρέσει, αν θα είναι καλό. Ξέρω πώς να το κάνω. Φυσικά και θέλουμε το χειροκρότημα και την αποδοχή. Δυστυχώς αδιάκοπα και δυστυχώς αθεράπευτα. Δεν το εκτιμώ ιδιαίτερα. Δεν εκτιμώ ιδιαίτερα την περιοχή μου που ζητάει διαρκώς την αποδοχή. Θα έλεγα ότι δεν είναι απ’ τα πράγματα για τα οποία είμαι περήφανος ως άνθρωπος, που έχω τόσο μεγάλη ανάγκη την αποδοχή και γι’ αυτό δυσκολεύομαι πάρα πολύ και με αυτό που λέγεται επιτυχία».

Related news