Κωνσταντίνα Μιχαήλ

Κωνσταντίνα Μιχαήλ: «Τα τελευταία χρόνια βίωνα μία μικρή σύγχυση, έκανα προσπάθεια για αναπροσαρμογή»

Η ηθοποιός Κωνσταντίνα Μιχαήλ µιλά στην εφημερίδα Παραπολιτικά και τη δημοσιογράφο, Σάσα Σταμάτη, για τη µεταβατική φάση στην οποία βρίσκεται, για την ωριµότητα, που την έχει εξελίξει και ως καλλιτέχνιδα, για τους γυναικείους ρόλους, που πρέπει να σπάσουν τα κλισέ, αλλά και για τις προσωπικές της επιδιώξεις στον έρωτα.

«Έπειτα από διάφορες δύσκολες καταστάσεις τα τελευταία χρόνια και την απώλεια του πατέρα µου, βίωνα µια µικρή σύγχυση και έκανα προσπάθεια για αναπροσαρµογή και αναδιοργάνωση».

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ ανήκει στις ηθοποιούς που δεν χωρούν εύκολα σε µόνο µία εικόνα. Είναι ένας καλλιτεχνικός χαμαιλέοντας, µια παρουσία που µεταµορφώνεται κάθε φορά ανάλογα µε τον ρόλο, τη συνθήκη και την ενέργεια της στιγµής. Μπορεί να γίνει ντίβα, απρόσιτη σταρ, κολλητή φίλη, ροµαντική ύπαρξη ή γυναίκα της διπλανής πόρτας, χωρίς ποτέ να χάνει την προσωπική της αλήθεια. Ίσως αυτή ακριβώς η ικανότητα µεταµόρφωσης να εξηγεί και τη διάρκεια της πορείας της στο θέατρο και στην τηλεόραση.

Σήµερα περιγράφει τον εαυτό της σε µια µεταβατική περίοδο. Οι δύσκολες καταστάσεις των τελευταίων χρόνων και η απώλεια του πατέρα της την ανάγκασαν να αναπροσαρµοστεί και να ξαναβρεί τον εαυτό της σε µια καινούργια φάση ζωής. Οµως, αυτή η διαδικασία δεν την άφησε καθηλωµένη. Αντίθετα, αισθάνεται πιο ανάλαφρη, πιο χαρούµενη και πιο καθαρή ως προς όσα θέλει. Η Τέχνη παραµένει η µεγάλη της σταθερά, η φλόγα που της επιτρέπει να εκφράζεται, να επικοινωνεί µε το κοινό και να κατανοεί βαθύτερα ακόµα και τις προσωπικές της σχέσεις.

Η φετινή σεζόν τη βρίσκει να συνεχίζει την επιτυχηµένη κωµωδία «Μπαµπάδες µε ρούµι». Παράλληλα, επιλέγει να επενδύσει στον εαυτό της: Θέλει να µάθει µια ξένη γλώσσα, να επιστρέψει πιο πειθαρχηµένα στον διαλογισµό, να συνεχίσει τη σωστή διατροφή, την άσκηση και τον χορό. Κυρίως, θέλει να µην επιτρέπει στις κακές σκέψεις και στα «κακά σενάρια» να την κρατούν ξύπνια, όπως δηλώνει στα «Π».

Η ίδια αναγνωρίζει ότι υπήρξε ανέκαθεν ευαίσθητη και έντονα συναισθηµατική. Παλαιότερα µπορούσε να αναλύει ένα γεγονός για ηµέρες, να το αναµασά και να γίνεται, όπως λέει µε αυτοσαρκασµό, «drama queen». Η εµπειρία, όµως, έφερε ωριµότητα. Σήµερα γνωρίζει καλύτερα το ταλέντο, την αποτελεσµατικότητα και την αξία της, µπορεί να µπει ευκολότερα στη θέση του άλλου και να µην παίρνει τα πάντα τόσο προσωπικά.

Μακριά από στερεότυπα

Αυτή η ωριµότητα έχει αλλάξει και την υποκριτική της ταυτότητα. ∆ηλώνει ξεκάθαρα πως τώρα παίζει καλύτερα. Εχει αποκτήσει «κλειδιά», τεχνικές και την ησυχία να βγαίνει από µια κατάσταση όταν χρειάζεται.

Το παλιό τρακ, που κάποτε µπορούσε να επηρεάσει ακόµα και παραστάσεις, δεν έχει πια την ίδια δύναµη. Η εξέλιξή της ως ανθρώπου έχει γίνει εξέλιξη ως ηθοποιός. Και αυτή η εξέλιξη αντανακλάται στους ρόλους που επιλέγει:

«Ετσι έχω γίνει καλύτερη ηθοποιός, µε προσεγγίζουν πιο ώριµοι σκηνοθέτες και συγγραφείς για πιο ώριµους ρόλους, για πιο “µεστωµένους”, για πιο “ψωµωµένους”. ∆εν έχω τις ανάλαφρες νοικοκυρές ή τις χαριτωµένες νεαρές, που είναι πρώτο επίπεδο που έκανα, είτε στην τηλεόραση είτε σε κοµµωτήριο», τονίζει.

Παράλληλα, µιλά ανοιχτά για την ανάγκη να αλλάξει ο τρόπος µε τον οποίο γράφονται οι γυναικείοι ρόλοι στην Ελλάδα. Μια γυναίκα µεγαλύτερης ηλικίας δεν είναι υποχρεωτικά µητέρα, σύζυγος ή συµπληρωµατικός χαρακτήρας. Μπορεί να είναι αυτεξούσια, επαγγελµατίας, φίλη, ερωτευµένη, µοναχική, δυνατή ή ευάλωτη. Η ίδια, επειδή δεν επέλεξε την οικογένεια και τα παιδιά ως αποστολή της, αισθάνεται ότι µπορεί να εκπροσωπήσει και άλλες γυναίκες που ακολουθούν διαφορετικές διαδροµές.

Για την Κωνσταντίνα, η Τέχνη έχει τη δύναµη να ανοίγει ορίζοντες. Θέατρο, βιβλία και κάθε µορφή δηµιουργίας καλλιεργούν τη φαντασία, την κρίση και την ενσυναίσθηση. Μας βοηθούν να γνωρίσουµε τον άλλον, τον µετανάστη, τον διαφορετικό, τον άνθρωπο που βρέθηκε στη «λάθος πλευρά» µιας ιστορικής συγκυρίας. Η Τέχνη, υποστηρίζει, µπορεί να φωτίσει τον ρατσισµό, τον φασισµό, την καταπίεση και τις κοινωνικές ανισότητες, πριν αυτές γίνουν καθηµερινότητα.

Αν δεν ήταν ηθοποιός, θα επέλεγε πιθανότατα κάτι ανθρωπιστικό. Εχει ασχοληθεί µε παιδιά µε αναπηρίες και έχει γνωρίσει από κοντά τη δύναµη ανθρώπων που συχνά η κοινωνία αντιµετωπίζει µέσα από την αδυναµία τους. Η ανάγκη της να βοηθά τους άλλους µοιάζει να είναι ακόµα ένα κοµµάτι της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.

Στον έρωτα, πάντως, παραδέχεται πως συχνά αποσυντονιζόταν. Εχει ερωτευτεί πολλές φορές, αλλά σήµερα προτιµά να είναι καλά µε τον εαυτό της και τους φίλους της παρά να διατηρεί µια σχέση µόνο και µόνο για να υπάρχει. Παρ’ όλα αυτά, ελπίζει σε µια όµορφη, ώριµη σχέση.

Από τις σηµαντικότερες αναµνήσεις της ξεχωρίζει τη θεατρική επιτυχία «Μάνα, θα πάω στο Χόλιγουντ», ένα έργο που συνδύαζε θέατρο, µουσική, χορό και ασταµάτητη επικοινωνία µε το κοινό: «Ηταν µια ευτυχής συγκυρία όλων των θεµάτων, µε τον Θανάση Αλευρά, τον συµπαίκτη µου και αγαπηµένο µου φίλο, µε τον Αντώνη Κρόµπα, τον Τζερόµ Καλούτα και την Ελένη Ροδά. Ηταν ένα καθηµερινό γλέντι, γιατί συνδυάζαµε καλό θέατρο, µουσική, χορό – εγώ χόρευα και έκανα και pole dance», θυµάται.

Από την τηλεόραση, ιδιαίτερη θέση έχει η «Εθνική Ελλάδος», όπου υποδύθηκε µια γυναίκα µε σύζυγο φασίστα και ένα παιδί που ακολουθούσε τα βήµατά του. Ηταν ένας ρόλος που την έφερε αντιµέτωπη µε τον φόβο της για τον φασισµό και το «σκοτάδι της ψυχής». Η προσωπική της διαδροµή δείχνει ότι η µεταµόρφωση δεν αφορά µόνο τη σκηνή. Είναι ένας τρόπος ζωής: να αφήνει πίσω ό,τι τη βαραίνει, να κρατά όσα την εξελίσσουν και να επιστρέφει κάθε φορά στην Τέχνη µε περισσότερη ελευθερία, αυτογνωσία και διάθεση για επικοινωνία µε το κοινό και µε τον εαυτό της.


Φωτογραφία Εξωφύλλου: NDP Photo Agency

Related news