Νάνσυ Νικολαΐδου

Η Νάνσυ Νικολαΐδου σε μια συγκλονιστική εξομολόγηση στο zappit: «Είσαι μέσα στο αυτοκίνητο και δεν ξέρεις που να πας… Θρήνος… Μου άπλωσε το χέρι και με έβγαλε από το βαθύ σκοτάδι»

Τριάντα χρόνια δημοσιογραφίας δεν χωρούν εύκολα σε μια κουβέντα μερικών λεπτών. Πολύ περισσότερο όταν πίσω από την επαγγελματική διαδρομή υπάρχει μια ζωή γεμάτη με χαρές, όνειρα, σχέσεις ζωής, ανατροπές και στιγμές που σε αλλάζουν για πάντα. Η Νάνσυ Νικολαΐδου ανήκει σε εκείνη τη γενιά δημοσιογράφων που μεγάλωσαν μέσα στις εφημερίδες, έμαθαν να γράφουν και να κρίνουν με καθαρή ματιά και να ζουν την τηλεόραση και από απόσταση αλλά και από μέσα.

Από την «Απογευματινή» και το «Έθνος» μέχρι την τηλεοπτική πραγματικότητα του σήμερα, η Νάνσυ Νικολαΐδου παραμένει μια φωνή με άποψη, άλλοτε αιχμηρή και άλλοτε βαθιά ανθρώπινη. Στην κουβέντας μας στο zappit, η ίδια μιλά χωρίς περιστροφές για την τηλεόραση και τα πρόσωπά της, για τις κριτικές που έγραψε όλα αυτά τα χρόνια και για τα όρια που έθεσε η ίδια στον τρόπο που σχολιάζει τη δημόσια εικόνα των ανθρώπων. Αναφέρεται σε πρόσωπα που σημάδεψαν την τηλεοπτική πραγματικότητα, αλλά και σε επιλογές καναλιών που θεωρεί άδικες.

Πίσω όμως από την επαγγελματική της πορεία υπάρχει και μια τραγική προσωπική ιστορία: η στιγμή που μέσα σε λίγα λεπτά η φωτιά πήρε το σπίτι της και προσπάθησε να σβήσει τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Η απόλυτη καταστροφή, ο αγώνας να σταθεί ξανά όρθια, οι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα της και εκείνοι που χάθηκαν στη διαδρομή.

Η Νάνσυ Νικολαΐδου μοιράζεται μαζί μας… The Full Story της ζωής της.

«Το ξεκίνημά μου είναι στο βάθος των ετών χαμένο»

Εγώ ξεκίνησα πριν 30 χρόνια στην Απογευματινή. Εκεί, εκεί ξεκίνησα, μετά ήρθε το Έθνος, περιοδικά και τα λοιπά, εφημερίδες, βασικά το Έθνος όμως, οπότε ουσιαστικά ήμουνα ένας άνθρωπος ο οποίος ήμουνα άνθρωπος των εντύπων. Δημοσιογράφος ήθελα να γίνω. Έχω περάσει και σε σχολή η οποία δεν την πήγα, δεν την ακολούθησα τελικά, γιατί δεν με εξέφραζε και λέω όχι, εγώ δημοσιογράφος.

Στην τηλεόραση, αυτό που διαφέρει με το τότε και είναι καλύτερα, είναι ότι βρισκόμαστε στην εποχή του political correct. Δηλαδή πράγματα τα οποία λεγόντουσαν παλιότερα με μία ευκολία, τώρα έχει μπει ένα φίλτρο, το οποίο ακόμα κι αν είναι υποκριτικό πολλές φορές απ’ τους ανθρώπους που το τηρούν, είναι προτιμότερο. Η τηλεόραση είναι ένα μέσο με μία φοβερή μαζικότητα και με μία φοβερή δύναμη. Ακόμα και τώρα που κλονίζεται με την έννοια ότι ο κόσμος έχει και εναλλακτικές και δείχνει ότι της γυρίζει την πλάτη και δείχνει ότι θα κάνει και μια άλλη επιλογή. Η τηλεόραση είναι ένας ζωντανός οργανισμός η οποία εξελίσσεται, ανάλογα με το τι συμβαίνει γύρω μας. Αν μας σοκάρει η τηλεόραση, πρέπει να έχουμε πάθει πρώτα σοκ από το τι συμβαίνει στην κοινωνία.

«Αυτή η μεταχείριση δεν άξιζε ούτε στην Ελένη Τσολάκη, ούτε στην Κατερίνα Καραβάτου»

Θεωρώ ότι και στις δύο παρουσιάστριες ο ΑΝΤ1 έκανε κακό. Με διαφορετικό τρόπο. Στη μία ίσως γιατί δεν την πίστεψε, δεν τη στήριξε, δεν επέμεινε. Στην άλλη γιατί την έριξε στην αρένα μεσούσης της σεζόν, χωρίς να είναι έτοιμη για αυτό, χωρίς να έχει ξεκινήσει κάνοντας τη δική της προεργασία, τις δικές της επιλογές και είναι πάρα πολύ άβολο να έρχεσαι για να πάρεις τη θέση κάποιου άλλου. Δηλαδή είναι άβολο και άδικο.

Θεωρείς ότι υπήρξες αυστηρή σε κριτικές σου, σε κείμενά σου; Θυμάσαι ένα πρόσωπο που μπορεί να το αδίκησες κάποτε;

Το πρόσωπο της Κωνσταντίνας Σπυροπούλου ήταν ένας εύκολος στόχος για όλους μας. Όχι γιατί δεν έδινε δικαίωμα ή γιατί δεν υπήρχε λόγος για να κάνεις κριτική ή γιατί δεν υπήρχε ένα καυτό ρεπορτάζ που πάντα την ακολουθούσε.

«Όλα αυτά ίσχυαν για την Κωνσταντίνα Σπυροπούλου»

Όμως, από ένα σημείο και μετά, πιστεύω ότι ήταν και ένας εύκολος στόχος. Δηλαδή εύκολα μπορούσες να γράψεις κάτι για την Κωνσταντίνα Σπυροπούλου, που ήξερες ότι και θα τσιμπήσει και κλικ θα σου φέρει. Πάντα αυτό που έκρινα ήταν ο δημόσιος λόγος. Ούτε οι προσωπικές επιλογές, ούτε εμφανίσεις, ούτε τίποτα. Δηλαδή ήταν ο δημόσιος λόγος που ακουμπούσε πάντα πάνω στην τηλεόραση. Δεν έχω κάνει κριτική ποτέ σε ζωές ανθρώπων, σε επιλογές συντρόφων, στα παιδιά του άλλου, στα διαζύγιά του, στα ποτέ.

Υπήρχε κάποιο πρόσωπο που σε πήρε τηλέφωνο και σου ‘πε «γιατί τό έγραψες αυτό»;

Πάρα πολλά πρόσωπα. Δεν παίρναν μόνο εμένα. Παίρνανε και τους προϊσταμένους μου και τους εκδότες μου.

Έχει ζητήσει άνθρωπος δηλαδή να απομακρυνθείς από μέσο;

Έχει ζητήσει. Δεν απομακρύνθηκα όμως.

Σου λείπουν πρόσωπα από την τηλεόραση φέτος;

Είναι ερώτηση παγίδα;

Όχι. Είναι ερώτηση που θέλει μία ειλικρινή απάντηση από τη Νάνσυ Νικολαΐδου.

Άκου να δεις. Εμένα μου λείπουν. Γιατί, επειδή η συζήτηση πάει στην Ελένη Μενεγάκη, το βλέπω, πάει σφαίρα προς τα ‘κει, εμένα μου λείπει η Ελένη από την τηλεόραση. Γιατί εγώ όμως δεν είμαι αντικειμενικός κριτής, γιατί εγώ δένομαι με τους ανθρώπους. Εμένα όμως ας πούμε, η Ελένη μου λείπει. Αν σταματούσε η Φαίη θα μου έλειπε. Η Ελένη μου λείπει η χαρά της. Το ‘χω ξαναπεί αυτό, μου λείπει η ηλιαχτίδα της. Δηλαδή ήξερες, είναι ένα ξέφωτο, τσαπ, πάταγες, γινόταν χαμός γύρω γύρω, πάταγες, έβγαινες στο ξέφωτο, έλεγες ουφ για λίγο τώρα εδώ κάτσε να κάτσω, να φωτιστώ και να ξεκουραστώ. Αν έλειπε η Φαίη θα μου έλειπε η γλύκα της. Ένας άνθρωπος που έχει μια γλύκα απέναντι στα πράγματα και μια άλλη ματιά, ανθρώπινη.

«Η Φαίη Σκορδά έχει κάτι που είναι πολύ σημαντικό, πατάει στη γη»

Ξέρει πάρα πολύ καλά τι συμβαίνει και ποια είναι η πορεία της, που αυτό είναι δείγμα υγείας. Το να μην αλλοτριώνεται κανένας. Όταν είναι μπροστά στα φώτα 20 και πλέον χρόνια είναι δείγμα υγείας. Δεν ξέρω πολλούς υγιείς στην τηλεόραση. Είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι. Σίγουρα μέσα σε αυτούς είναι η Σκορδά.

Έχεις κάνει κακή τηλεοπτική συνεργασία σε κομμάτι συμπεριφοράς τα χρόνια που έχουν προηγηθεί;

Που να έχω υποφέρει όχι. Αλλά που να έχω βάλει πάρα πολύ νερό στο κρασί μου γιατί έπρεπε να δουλέψω, ναι. Εγώ βιοπορίζομαι απ’ αυτή τη δουλειά. Δυστυχώς δεν έχω πολλά περιθώρια επιλογής. Προφανώς, όταν σου προτείνουν διάφορα διαλέγεις το καλύτερο. Υπάρχουν και οι σεζόν που μπορεί να σου προταθούν και πολλά πράγματα έως και τίποτα και να πρέπει να επιλέξεις κάποια πράγματα, για να ζήσεις. Να ζήσεις την οικογένειά σου, τα παιδιά σου…

«Tο να χάνεις τα πάντα σε δευτερόλεπτα είναι πολύ σκληρό»

Είναι ασύλληπτα σκληρό. Nιώθεις σαν να ξαναγεννιέσαι. Δηλαδή την επόμενη μέρα ξυπνάς και δεν έχεις τίποτα. Όταν λέμε τίποτα; Τίποτα. Εμείς ήμασταν σ’ αυτή την κατηγορία του τίποτα. Αν κάνω ένα flash back, πιο πολύ με πόνεσαν οι συμπεριφορές ανθρώπων στο κομμάτι της μετά καταστροφής, παρά η ίδια αυτή καταστροφή. Του να σταθείς στον άλλον δίπλα. Του να απλώσεις ένα χέρι όταν ο άλλος ξέρεις ότι έχει χαθεί από προσώπου γης, ότι έχει πέσει κάτω.

Νομίζω ότι αυτό ήταν το πράγμα τελικά που μπορεί να με πλήγωσε και περισσότερο. Γιατί είχε ένα συναισθηματικό ξεκαθάρισμα πάρα πολύ σκληρό. Και συνειδητοποιείς μετά ότι καλά τα γέλια και τα socializing και ξέρεις όλα αυτά όταν είναι όλα καλά, όταν είναι όλα χάλια τι γίνεται. Όμως την ίδια στιγμή υπήρξαν και άνθρωποι που βρέθηκαν στο πλευρό μου, χωρίς να το περιμένω από εκείνους. Που με τους οποίους ας πούμε μπορεί να είχα μια απλά τυπική σχέση ή μια απλά καλή σχέση. Χωρίς να τους θεωρώ δικούς μου ανθρώπους. Και οι δικοί μου άνθρωποι, oi άνθρωποι που ήταν πιο κοντά μου, και σε επίπεδο προσωπικό και σε επίπεδο επαγγελματικό, δεν ήταν. Από την άλλη κρατάω το θετικό ότι τουλάχιστον κατάλαβα ποιοι είναι. Τουλάχιστον λες, εντάξει ρε παιδιά, ποιοι είμαστε τελικά; Αυτοί. Πέντε; Πέντε. Δυόμιση; Δυόμιση. Ποιοι ήταν όλοι οι άλλοι; Τίποτα, κάτι περαστικοί. Κάτι τενεκέδες.

Εκείνη την ημέρα ήμουν σε ένα επαγγελματικό ραντεβού και με πήρε ο Δημήτρης και μου λέει “έχω πάρει τα παιδιά φεύγουμε γιατί ήρθε η φωτιά”. Εγώ εντάξει μωρέ δεν πήγε και το μυαλό μου ότι θα γίνει και αυτό το κακό. Του λέω καλά “άντε πάρ’ τους, φύγε, φύγε”, πήραμε ένα αυτοκίνητο, τα δύο τσοπανόσκυλα που είχαμε, τα δύο τα παιδιά μου, ένα σάκο βογιάζ γιατί θα πηγαίναμε διακοπές νομίζαμε και ήταν απλά στην πόρτα και φύγαμe.

«Και μετά συνειδητοποιείς ότι μια ολόκληρη ζωή χωράει σε ένα αυτοκίνητο»

Δυο παιδιά, δυο σκυλιά, δυο μαξιλάρια και ένα σακ βουαγιάζ. Αυτά είχαμε.

Θρήνος, θρήνος. Θρήνος απίστευτος, τον οποίο εντάξει δεν μπορείς να τον διαχειριστείς… είχες και τα παιδιά σου, ναι, και τους γονείς μου, γιατί εμένα έμεναν στο δρόμο και οι γονείς μου. Οι γονείς μου έμεναν κάτω, εμείς μέναμε πάνω. Οπότε ήμασταν έξι άνθρωποι στο δρόμο. Αλλά μεγάλος θρήνος και μεγάλος πόνος και ένα “γιατί”, ξέρεις. Και το “γιατί” σε μένα εννοείται. Εντάξει, όχι ότι θα πρέπει να συμβεί σε κανέναν άλλον άνθρωπο, αλλά εκείνη την ώρα άνθρωπος είσαι, λυγίζεις και λες “ρε παιδιά, τι είναι αυτό;”. Δηλαδή δεν το πιστεύεις. Δεν το πιστεύεις. Και δεν μπορεί και δεν φεύγουνε και ποτέ κι αυτές οι εικόνες. Μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτές.

Έχεις χάσει τις αναμνήσεις σου, έχεις χάσει… όλα όσα έχεις ζήσει εκεί μέσα. Εγώ δεν έχω καμία φωτογραφία των παιδιών μου μωρά. Δεν έχω… έχω μόνο ό,τι ήτανε στο κινητό μου σωσμένο. Εγώ μικρή ας πούμε δεν έχω καμία φωτογραφία μου πια. Που δεν ήταν τίποτα σωσμένες. Ή των γονιών μου.

Και φυσικά το γεγονός ότι ήταν η μοναδική στιγμή στη ζωή μου που έμεινα χωρίς δουλειά. Δηλαδή πάνω στη στιγμή που ήθελες να υπάρχει δουλειά για να σε στηρίξει η δουλειά σου στο χειρότερο σημείο της ζωής σου, εσύ δεν είχες δουλειά. Με ένα, δηλαδή συνωμότησε το σύμπαν, με ένα πολύ περίεργο τρόπο εκείνο το καλοκαίρι του ’21 και παύλα χειμώνα ’22, δηλαδή εκείνη τη σεζόν. Παρακάλεσα πάρα πολύ. Έχω κλάψει στα τηλέφωνα, έχω ζητήσει δουλειά, έχω πέσει στα πατώματα.

Ξεκινήσαμε να στήνουμε μια ζωή από την αρχή. Από το μηδέν. Δεν ξέρεις πώς είναι να είσαι μέσα στο αυτοκίνητο και να μην έχεις πού να στρίψεις να πας, όταν γυρνάς από τη δουλειά, γιατί δεν είναι πουθενά το σπίτι σου. Γιατί μέχρι να βρούμε πού θα ήτανε το σπίτι μας, δεν ήταν πουθενά το σπίτι μας. Αυτό το συναίσθημα λοιπόν, του να περιμένεις στο φανάρι και να μην υπάρχει σπίτι να σε περιμένει, δεν μπορώ να στο περιγράψω.

«Η Ελένη Μενεγάκη μου άπλωσε το χέρι και με έβγαλε στην επιφάνεια μέσα από ένα πολύ βαθύ σκοτάδι»

Ήρθε και μου χάρισε απλόχερα το φως της. Εγώ με την Ελένη έτσι κι αλλιώς είχα μια παράλληλη πορεία όλα αυτά τα χρόνια. Είχαμε πάντα σχέσεις και επαφές, ανά περιόδους πιο στενές, μετά λίγο χανόμασταν. Όμως είχαμε μια παράλληλη πορεία. Από την εποχή της απογευματινής που η Ελένη ήτανε μικρό κορίτσι και έπαιζε στο “Πάτερ Ημών” και μετά ήταν στον “Πρωινό Καφέ”. Από τόσο παλιά ξεκινάει η σχέση μας. Ήρθε λοιπόν η Ελένη, σε αυτή την καίρια στιγμή της ζωής μου, οπότε ναι, είναι ο άνθρωπος που θα ευγνωμονώ για πάντα. Ο άνθρωπος που σε τραβάει απ’ το σκοτάδι, είναι ο άνθρωπος που ευγνωμονείς για πάντα. Είναι πολύ απλά τα πράγματα.

Το μόνο που σκέφτομαι πια είναι να είμαι γερή, και εγώ και η οικογένειά μου, να βλέπω τα παιδιά μου να μεγαλώνουνε και να ανθίζουνε και να προχωράνε. Αυτό είναι το όνειρό μου. Να ‘μαι γερή, να βλέπω τα παιδιά μου να ανθίζουνε. Ποια θα ‘ναι τα επόμενα βήματά τους, τι θα έχουν διαλέξει να κάνουν στη ζωή τους, αν θα ‘ναι ευτυχισμένα… Αυτά. Τίποτα άλλο. Δεν έχω κάτι άλλο…

Related news