Ο Γιάννης Ζουγανέλης έδωσε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, αυτή την εβδομάδα, στο ένθετο Secret των Παραπολιτικών και τη δημοσιογράφο Σάσα Σταμάτη. Μάλιστα, ανάμεσα σε άλλα, ο γνωστός καλλιτέχνης μίλησε για τα όνειρα του αλλά και για την κακεντρέχεια που συχνά πρωταγωνιστεί στα social media.
Έχετε κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;
Τώρα, που έχω γίνει 70 ετών, έχω τα περισσότερα όνειρα στη ζωή μου. Τα όνειρα δεν είναι προσωποπαγή, δεν είναι αυτοαναφορικά. Είναι όνειρα για τον κόσμο όπου ζούμε, ο οποίος δεν περνάει φάσεις ισορροπίας. Έχουμε γίνει δούλοι της τεχνολογίας χωρίς να την ξέρουμε. Βλέπω τις παρέες με τα κινητά και στενοχωριέμαι. Τα όνειρα μου είναι να μπορώ να μεσολαβώ με την Τέχνη, με την αισθητική ουσιαστικά, για να ξαναβρεθούν οι άνθρωποι. Είναι ένα όνειρο αυτό. Και προσπαθώ. Μέσα από τα τραγούδια μου. Μέσα από τα κείμενα μου, τα οποία συνεχώς δημοσιεύω. Συνεπώς, βγάζω… Άλλοι τα ακούνε, άλλοι δεν τα ακούνε. Δεν ακούει ο κόσμος μας, αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Έχω όνειρα και δημιουργικά και κοινωνικά και, κυρίως, αισθητικά.
Ας πούμε, διότι στενοχωριέμαι με ανθρώπους που έφυγαν από το περιβάλλον. Όπως τώρα τελευταία ο Γιώρος Μαρίνος, παρότι ήξερα ότι ήταν σε μια φάση που υγεία του δεν του επέτρεπε να επικοινωνεί όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι. Όταν φεύγει, όμως, ένας άνθρωπος και γίνεται άγγελος και πετάει, τη νιώθεις περισσότερο την απώλεια. Οι φίλοι μου που φύγανε: ο Σαββόπουλος, ο Μπουλάς, ο Λαυρέντης, συνεργάτες χρόνια. Και αυτό που με στενοχωρεί.
Να, πως ένα κακό σου δημιουργεί όνειρο. Βγάλανε φωτογραφία όπου ήμασταν εγώ, ο Σαββόπουλος, ο Μπουλάς και ο Λαυρέντης και από κάτω λεζάντα: “Ζουγανέλη, τους πέθανες”. Ε, αυτόν τον κόσμο εγώ δεν τον αποδέχομαι. Και μέσα στα όνειρα μου είναι, όσο μπορούμε, να μεσολαβούμε ώστε να γίνεται όσο το δυνατόν καλύτερος ο κόσμος και η καθημερινότητα. Δηλαδή, βλέπω τον κόσμο με μια μελαγχολία, μια θλίψη, έναν ψευτοτσαμπουκά, έναν θυμό. Εγώ θέλω να μεσολαβώ και το κάνω. Ευτυχώς, η ζωή δεν πάει μπροστά με τη μάζα, αλλά με τις μοναδικότητες. Και απευθύνομαι σε μοναδικούς ανθρώπους.
Μια φορά, θυμάμαι, παίζαμε στο θέατρο Αθηνά και μια συνάδελφος μου λέει: “Α, ρε γαμώτο, σήμερα δεν έχουμε κόσμο”. Και λέω: “Δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Εμείς παίζουμε για τον έναν. Για τον κάθε έναν ξεχωριστά. Έχουμε 50 άτομα; Θα απευθυνθούμε σε αυτά τα 50 με την καρδιά μας – και θα είναι πιο καλά”.
