Στην εκπομπή του Κρατερού Κατσούλη και της Μαρίας Ηλιάκη βρέθηκε καλεσμένος ο Άρης Δαβαράκης. Ο γνωστός στιχουργός, με αφορμή τη νέα μουσική παράσταση που ετοιμάζει στο “Παλλάς” με την Ευανθία Ρεμπούτσικα, μίλησε στην κάμερα της Δημόσιας Τηλεόρασης το πρωί της Παρασκευής (8/5), αφηγούμενος τις σπουδαιότερες στιγμές της ζωής του.
«Υπήρχαν άνθρωποι που με προσδιόρισαν με έναν τρόπο. Καλά, θέλω να πω ότι με προσδιόρισαν πάρα πολύ και οι γονείς μου για να αρχίσουμε από κάπου… Αμέσως μετά ήταν η πάρα πάρα πολύ καλή μου φίλη, που είχα την τύχη, ερχόμενος από την Αίγυπτο, από την Αλεξάνδρεια που ήρθα στα έντεκα μου χρόνια, να τη γνωρίσω.
Έχω φίλους που είμαστε φίλοι εξήντα χρόνια τώρα! Και αυτό ίσως υποκατέστησε το γεγονός ότι δεν έχω οικογένεια. Και ότι η δική μου οικογένεια, γονείς μου και τα λοιπά, “χάθηκαν” γρήγορα. Όταν ήμουν μικρός. Δηλαδή στα 26 έμεινα χωρίς κανέναν. Αλλά είχα τους φίλους μου. Οι άλλοι ήταν μεγέθη. Ήταν ο Χατζιδάκις, ήταν η Μελίνα», περιγράφει ο Άρης Δαβαράκης.
«Δεν υπάρχει επίθετο που να προσδιορίζει τη Μελίνα, πώς να την περιγράψεις; Ήταν φλόγα! Εμένα αυτό που πάντα με εντυπωσίαζε ήταν το πόσο προσγειωμένη και γήινη ήτανε μέσα σε όλο αυτό το μεγαλείο της λάμψης που είχε. Γιατί είχε μια απίστευτη λάμψη. Απ’ αυτούς τους ανθρώπους που λέμε, μπαίνουν στο δωμάτιο και όλοι κοιτάνε.
Και ό,τι έκανε το ‘κανε με πάθος, με πίστη. Από την τέχνη της, το θέατρο, το σινεμά, αλλά και το Υπουργείο Πολιτισμού. Ένας πολύ άμεσος άνθρωπος. Με αγάπη πολύ, γενναιοδωρία, άρρωστος να βοηθήσει. Στις δυσκολίες, σε κάτι νοσοκομεία και τέτοια που είχα, ήταν ο άνθρωπος που ερχόταν στο νοσοκομείο, όχι που τηλεφωνούσε… ερχότανε! Να ‘ρθει, να μάθει, να ρωτήσει τους γιατρούς, να επικοινωνήσει με τους γιατρούς. Δηλαδή “συντρέχτρα” που λέμε. Και ο Χατζιδάκις επίσης, ένα πάρα πολύ σπάνιο πλάσμα, μεγάλης αρμονίας και καλοσύνης και γενναιοδωρίας. Εκείνοι οι δύο με κάναν άνθρωπο», εξομολογείται ο στιχουργός.
«Υπάρχει πολλή ελπίδα στη δυσκολία. Δηλαδή άμα είσαι πραγματικά αισιόδοξος και πραγματικά πιστεύεις ότι θα στρώσουν τα πράγματα, θα παν’ καλά, στην πιο μεγάλη σκοτεινιά σκάει το αστεράκι και το φως.
Δόξα τω Θεώ ήμουν πολύ τυχερός, γιατί πέρασα πολλές δυσκολίες στη ζωή μου. Φυλακές, αρρώστιες, τρεισήμισι μήνες Ευαγγελισμός. Οι γονείς μου πέθαναν πολύ νωρίς, έμεινα μόνος μου. Δεν είχα λεφτά, δυσκολευόμουνα να τα βγάλω πέρα. Θύμωνα με τους γονείς μου που πέθαναν νωρίς, τους έβριζα! “Ρε παιδιά, πού πήγατε; Τι εξαφανιστήκατε τώρα;”. Όλα έχουν λόγο που γίνονται», καταλήγει ο Άρης Δαβαράκης στο “Νωρίς Νωρίς”.
