Η ανακοίνωση του The Witcher Remake έφερε τεράστια κύματα ενθουσιασμού στους οπαδούς του Geralt of Rivia. Ο τίτλος αναπτύσσεται αυτή τη στιγμή από το στούντιο της Fool’s Theory, υπό τη στενή εποπτεία και καθοδήγηση της μαμάς-εταιρείας CD Projekt Red.
Ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της νέας έκδοσης είναι πως θα μετατρέψει το παιχνίδι σε μια πλήρως open-world εμπειρία, ακολουθώντας δηλαδή τα χνάρια του αριστουργηματικού και άκρως επιτυχημένου The Witcher 3: Wild Hunt. Όμως, δεν συμφωνούν όλοι με αυτή την προσέγγιση, και μάλιστα οι ενστάσεις έρχονται από πολύ ψηλά: ο Artur Ganszyniec, ο επικεφαλής σεναριογράφος (lead story designer) του αυθεντικού παιχνιδιού του 2007, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου!
Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξή του στο πολωνικό τεχνολογικό site Chip, ο Ganszyniec εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του σε αυτή τη δραστική αλλαγή. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, η μετατροπή του original The Witcher σε έναν τεράστιο, ανοιχτό κόσμο θα έχει ως αποτέλεσμα «ο ρυθμός (pace) και η κλίμακα ολόκληρου του project να αλλάξουν αμέσως». Η θεωρία του είναι απλή και την έχουμε βιώσει όλοι ως gamers: η τεράστια έκταση γης απαιτεί και τεράστιο όγκο περιεχομένου. Αν έχετε παίξει πρόσφατα τεράστιους open-world τίτλους (όπως ακόμα και το εκπληκτικό DLC Shadow of the Erdtree του Elden Ring) και έχετε πιάσει τον εαυτό σας να αγκομαχά διασχίζοντας τεράστιες, άδειες πεδιάδες, τότε ξέρετε πολύ καλά ότι ο Πολωνός δημιουργός έχει απόλυτο δίκιο.
Η απώλεια της “χειρουργικής” αφήγησης και της έντασης
Για τον Ganszyniec, η πραγματική δύναμη του πρώτου The Witcher κρυβόταν ακριβώς στην άμεση, σφιχτή αφήγησή του και στον απόλυτα ελεγχόμενο ρυθμό του. Το παιχνίδι δεν σε άφηνε να περιπλανηθείς άσκοπα; σε καθοδηγούσε μέσα από συγκεκριμένα “hubs” (όπως τα περίχωρα της Vizima ή ο επικίνδυνος Βάλτος). «Γνωρίζαμε ακριβώς πού θα βρισκόταν ο παίκτης ανά πάσα στιγμή», εξηγεί ο βετεράνος developer. Αυτό επέτρεπε στην CD Projekt Red να σχεδιάζει τα περιβάλλοντα, τα cutscenes και τις ενέδρες των τεράτων με χειρουργική ακρίβεια και διαίσθηση, χτίζοντας μια ασύγκριτη, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα.
Σε μια πιθανή open-world εκδοχή, αυτή η μαγεία κινδυνεύει να χαθεί. Ο Ganszyniec φέρνει ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα: τι θα εμποδίζει τον παίκτη να κλέψει απλά μια βάρκα στη Λίμνη Vizima και να πλεύσει κατευθείαν προς την πέμπτη Πράξη (Act V) του παιχνιδιού, αγνοώντας πλήρως το κατεστραμμένο, παλιό αρχοντικό και τις προσεκτικά σχεδιασμένες προκλήσεις του original τίτλου; Αν ο παίκτης έχει την απόλυτη ελευθερία να προσπερνά το δράμα, το παιχνίδι χάνει την ταυτότητά του.
Είναι τελικά το Open-World απλά ένα μαρκετίστικο τρικ;
Αν το Remake μετατραπεί σε ένα ατελείωτο “sandbox” για τον Geralt, γεννάται το ερώτημα: θα μοιάζει καν με το παιχνίδι του 2007, ή θα είναι απλά ένας “κλώνος” του Witcher 3 με άλλο δέρμα; Υπάρχει ο φόβος ότι ο τίτλος ηλικίας σχεδόν 20 ετών θα χάσει την πραγματική, καλλιτεχνική του αξία και το open-world tag θα χρησιμοποιηθεί καθαρά ως δόλωμα (ploy) για να πουληθούν περισσότερα αντίτυπα στη σύγχρονη αγορά που έχει εθιστεί στους μεγάλους χάρτες.
Ο Ganszyniec κλείνει τον συλλογισμό του με ένα καίριο, ρεαλιστικό ερώτημα προς τη βιομηχανία: «Σε κάποιο σημείο, πρέπει να τεθεί ένα ρεαλιστικό ερώτημα: πότε αυτός ο πολλαπλασιασμός των διαδρομών παύει να είναι κερδοφόρος; Μπορείς να επενδύσεις άπειρο χρόνο και ατελείωτο budget, αλλά θα σου αποφέρει άπειρο αριθμό νέων παικτών;». Η απάντηση της Fool’s Theory και της CD Projekt Red αναμένεται με τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς καλούνται να ισορροπήσουν πάνω σε ένα πολύ λεπτό σχοινί ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τον σεβασμό στο αυθεντικό υλικό!
