Ο πνευματικός του Γιώργου Μαζωνάκη, Πατέρας Αντώνιος, μίλησε στο Πρωινό για τη συνάντηση που είχε με τον τραγουδιστή πριν λίγο καιρό στο αεροπλάνο. Ο ίδιος αποκάλυψε όλα όσα του είχε εξομολογηθεί ο Γιώργος Μαζωνάκης επί μιάμιση ώρα που κράτησε η κουβέντα τους.
«Φέτος το καλοκαίρι στο αεροδρόμιο της Λάρνακας ταξιδεύαμε και οι δύο επιστρέφοντας προς Αθήνα. Αυτός ήταν στις διακεκριμένες θέσεις. Εγώ ήμουν πιο πίσω. Στέλνει μια αεροσυνοδό και λέει ότι «υπάρχει θέση δίπλα στον κύριο Μαζωνάκη, αν θέλετε μπορείτε να πάτε μαζί του, να συζητήσετε». «Μπορώ να εξομολογηθώ;», λέει. Μάλλον, για την ακρίβεια, «προλαβαίνω να εξομολογηθώ»; Άρχισε από εκείνη τη στιγμή και για μιάμιση περίπου ώρα να ξετυλίγει την ψυχή του», είπε ο Πατέρας Αντώνιος και συνέχισε:
«Αυτός ο άνθρωπος είχε πρώτα απ όλα συναίσθηση της καταστάσεώς του. Ήξερε πάρα πολύ καλά ποια είναι τα πάθη του. Ήξερε πάρα πολύ καλά να τα ονομάσει. Και το πιο σημαντικό, έψαχνε να βρει λύσεις. Είδα έναν πολύ ευαίσθητο άνθρωπο. Ήταν πολύ κοντά σε πολλές οικογένειες. Ήταν πολύ ευαίσθητος σε θέματα παιδιών, πάρα πολύ ευαίσθητος και δη σε θέματα κακοποίησης παιδιών. Αυτό το αντελήφθην και ομολογώ ότι υποκλίθηκα σε αυτόν τον άνθρωπο, γιατί έδινε πάρα πολλά χρήματα. Αφειδώς και αφανώς. Δεν πρόβαλλε τον εαυτό του σε τίποτα.
Διέκρινα ότι αυτό ήτανε ένας ψυχικός πόνος, επειδή ο ίδιος, για λόγους χ ψ.. δεν μπορώ να μιλήσω, δεν μπορούσε να κάνει παιδί ή δεν έπρεπε να κάνει παιδί. Είχε στραφεί στα παιδιά των άλλων. Ήταν εξαιρετικά μόνος. Εγώ διαπίστωσα ότι δεν είχε κάνει ποτέ μια σοβαρή σχέση στη ζωή του. Η σχέση δεν έχει μόνο σεξουαλικό ενδιαφέρον. Η σχέση έχει και κάποιες άλλες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα το αίσθημα της ασφάλειας. Αυτό τον είχε πονέσει πάρα πολύ τον Γιώργο και πολλοί τον είχαν εκμεταλλευτεί οικονομικά, αγγίζοντας μια σχέση μαζί του. Και αυτό τον πόναγε. Δηλαδή έφτασε να μου πει ευθέως «δεν θέλω να με βλέπουν σαν πορτοφόλι». Και το τράβηξε λίγο μακρύτερα. «Δεν θέλω να με βλέπουν οριζοντίως. Θέλω να με βλέπουν καθέτως, σαν πλήρη προσωπικότητα».
Ο Γιώργος έκανε πολύ συχνά το Σταυρό του, αλλά σήκωνε και το Σταυρό του στην πλάτη, όπως τον σήκωσε ο Χριστός. Πολλές φορές βούρκωσε. Κάποια στιγμή έβγαλε μαντηλάκι, σκούπισε μάτια. Εγώ τα θεώρησα δάκρυα μετανοίας. Για την οικογένειά του απέφυγε επιμελώς και απέφυγα και εγώ επιμελώς, γιατί αν δεν ακούσει κανείς και τις δύο πλευρές, δεν μπορεί να έχει πλήρη εικόνα. Παρηγορήθηκα μέσα μου και είπα ότι μήπως αυτή η συζήτηση, αυτή η επαφή, μήπως αυτό του έκανε καλό; Μήπως ξεφόρτωσε η ψυχούλα του; Και μήπως έτσι πήγε στο Θεό πιο ελαφρύς και με καλύτερες προϋποθέσεις.
Στη συνέχεια διατηρήσαμε επαφή μέχρι και το θάνατό του. Συναντηθήκαμε ή μέσω μηνυμάτων ή μέσω τηλεφώνου ή και δια ζώσης, νομίζω επτά ή οκτώ φορές. Τον είδα λοιπόν, όπως σας είπα, ευαίσθητο, γι’ αυτό ευάλωτο, με ανασφάλειες και προσπαθούσε να πιαστεί από το χέρι του Θεού».
Σχετικά με αυτό που προβλημάτιζε περισσότερο τον Γιώργο Μαζωνάκη, ο Πατέρας Αντώνιος ανέφερε: «Κυρίως το αιώνιο μέλλον του. «Βρε πάτερ, με τι μούτρα θα αντικρίσω τον Θεό»; Λέω «με τα μούτρα που τον αντίκρισε και ο ληστής». Το μπουκαλάκι του αγιασμού του το προμήθευσα εγώ. Ήθελε να έχει κάτι ορατό στην τσέπη του, στην τσάντα του, της αοράτου χάριτος του Θεού».
