«Τις 1.600 κούκλες μου δύσκολα τις αγγίζω, δύσκολα μπορείς να μου πιάσεις κούκλα»

Ρούλα Πατεράκη
"Είναι ό,τι μου αρέσει περισσότερο οι κούκλες. Τώρα τελευταία άρχισα να αγαπάω και τα σκυλιά. Ομολογώ ότι δεν αγαπώ τους ανθρώπους όσο αγαπώ τώρα, τα σκυλάκια".

Μέσα στο υπόγειο του θεάτρου Τέχνης τα πάντα είναι άσπρα ή μαύρα. Η Ρούλα Πατεράκη συνάντησε τη Φανή Πλατσατούρα φορώντας γκρι και έχοντας ψηλά στον γιακά του φουστανιού της μια καρφίτσα μ΄ έναν ροζ πάνθηρα. Πιστεύεις ότι θα της αρέσει να μιλά μόνο για θέατρο και πέφτεις έξω με το «καλησπέρα» σας. Η ηθοποιός εξομολογήθηκε στο Down Town για τις 1,600 κούκλες της…

«Είναι μια ιστορία περίεργη. Έχω μια αδερφή. Όταν ήμασταν μικρές, οι γονείς μάς είχαν αγοράσει μια ωραία, πορσελάνινη κούκλα. Παραδόξως, μια μέρα η κούκλα έσπασε. Τσακίστηκε όλο το πρόσωπό της. Είχα πάθει σοκ. Τότε μου είπαν, ότι υπάρχει ένα νοσοκομείο για κούκλες που έχουν αφήσει πίσω τους οι Γερμανοί. Ή πήραν οι γονείς μου τα σπασμένα κομματάκια και βρήκαν έναν τρόπο να κολλήσουν την κούκλα ή πραγματικά υπήρχε αυτό το νοσοκομείο. Δεν ξέρω, δεν το διασταύρωσα ποτέ. Παρότι όμως, η κούκλα επισκευάστηκε υπήρχε ακόμη, η προσωποποιημένη ασχήμια σ΄ αυτό το υπέροχο γερμανικό κομμάτι. Κυκλοφόρησε τότε, ότι στεκόμασταν σ΄ ένα παράθυρο και η αδερφή μου που ήταν πιο μικρή και την κρατούσε η υπηρέτρια αγκαλιά, πέταξε την κούκλα κάτω από το παράθυρο και έτσι, η κούκλα έσπασε. Ότι δηλαδή, το πιο μικρό παιδί είχε κάνει αυτό το κακό στο μεγαλύτερο παιδί.

Την κούκλα την είχα σπάσει μόνη μου. Επίτηδες. Για να ενοχοποιήσω την αδερφή μου. Θυμήθηκα το περιστατικό αυτό, σε μεγάλη ηλικία. Είχα «σκοτώσει» η ίδια την κούκλα και έριξα το φταίξιμο αλλού συγκεκριμένα στην αδερφή μου, γιατί την ζήλευα. Κάπως έτσι άρχισα να μαζεύω κούκλες. Σαν να ΄θελα να συγχωρεθώ για εκείνη την περίφημη κούκλα που μου είχαν αγοράσει οι γονείς μου και εγώ την κατέστρεψα. Έκτοτε απόκτησα ένα πάθος τεράστιο με τις κούκλες και έχει γίνει και κάτι που μπορώ να στο ομολογήσω τώρα, γιατί είσαι πολύ όμορφη και πολύ καλή.

Τις κούκλες δύσκολα τις αγγίζω. Για να μην τις χαλάσω. Και δύσκολα μπορείς να μου πιάσεις κούκλα. Δεν αφήνω καθόλου εύκολα να αγγίξουν τις κούκλες μου, νομίζω ότι θα τις καταστρέψουν. Για ΄μένα η κούκλα είναι πια, το απόγειο της ωραιότητας, της ομορφιάς και της καλοσύνης και όποιος την αγγίξει την σκότωσε. Την έφθειρε. Δε τις πιάνω και η ίδια. Τελευταία επέτρεψα σε έναν νεαρό φίλο μου ηθοποιό και εξαιρετικό παιδί να ασχοληθεί με τις κούκλες μου. Και το ΄κανα συνειδητά. Ο Σπύρος, αυτό το παιδί που εκτιμώ και αγαπώ πολύ, είναι ο μόνος άνθρωπος που έπιασε τις κούκλες μου, τις τοποθέτησε όπως ήθελε αυτός και από τότε έχω νιώσει μια ελευθερία γιατί κάπου τις παρέδωσα. Μπόρεσα και το κανα. Ήταν μεγάλη υπέρβαση για μένα, όταν μου είπε «κυρία Πατεράκη, μπορώ να τακτοποιήσω τις κούκλες;». Μέσα μου «κλότσησα» αλλά μετά είπα «όχι θα τις φτιάξει ο Σπύρος, θα το αντέξεις». Ύστερα μου φάνηκε τόσο απλό, ότι στα χεράκια του Σπύρου έρχονταν οι κούκλες μου. Γιατί είναι καλλιτέχνης και τις ακουμπάει τόσο ωραία. Εγώ ούτε τα φουστάνια τους δεν έπιανα, δεν μπορούσα».

Νιώθετε μέσα σας μια εύθραυστη κούκλα;

«Εγώ; Όχι! Νιώθω ότι η κούκλα αντικειμενικά είναι έξω από μένα και εγώ οφείλω να μην την βλάψω. Να μην της κάνω κακό. Γιατί κάποτε έκανα κακό. Γι΄ αυτό φαίνεται τις αγαπώ και τις φοβάμαι λίγο».

Αυτό ήθελα να σας ρωτήσω. Δεν είναι λίγο τρομακτικές κάποιες φορές;

«Τα μάτια τους είναι μερικές φορές, τρομακτικά. Ίσως επειδή κοιτάζουν μέσα. Κοιτάζουν την εσωτερική τους ομορφιά. Είναι πολύ αυτόνομα όντα οι κούκλες. Έχουν αυτονομηθεί. Είναι ό,τι μου αρέσει περισσότερο οι κούκλες. Τώρα τελευταία έχω εξανθρωπιστεί λίγο καλύτερα γιατί άρχισα να αγαπάω και τα σκυλιά και αυτό είναι ένα καλό πέρασμα».

Τους ανθρώπους τους αγαπάτε;

«Πάρα πολύ ορισμένους. Ναι, τους ανθρώπους πρέπει να τους αγαπώ. Αγαπώ τους μαθητές μου και αφού ως δασκάλα αγαπώ τους μαθητές μου μάλλον αγαπώ κατ΄ επέκταση και τους ανθρώπους. Ομολογώ όμως, ότι δεν αγαπώ τους ανθρώπους όσο αγαπώ τώρα, τα σκυλάκια».