«Χρωστάω πολλά στον Κώστα Βουτσά!»

Γνωστός Έλληνας ηθοποιός εξομολογείται…

Συνέντευξη στην εφημερίδα Espresso και τη Μαρία Ανδρέου έδωσε ο Μάρκος Λεζές, που μίλησε για τα πρώτα του βήματα στην υποκριτική.

Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;

Η καταγωγή μου είναι από το Κιάτο Κορινθίας. Ο πατέρας μου ήταν αρτοποιός, με το μεγαλύτερο αρτοποιείο στην Κορινθία. Πενήντα χρόνια φούρναρης! Από μικρός δούλευα στο μαγαζί κι έτσι την ξέρω τη δουλειά. Ωστόσο, πέρασα στο πανεπιστήμιο, στο τμήμα Φιλολογίας, αλλά δεν προχώρησα. Ξεκίνησα στη Δραματική Σχολή του Γρηγόρη Βαθιά, από όπου πήρα υποτροφία για να πάω στο εξωτερικό, αλλά λόγω χούντας έμεινα στην Ελλάδα.

Πώς αντέδρασε ο πατέρας σας, όταν έμαθε ότι αφήσατε το πανεπιστήμιο για την υποκριτική;

Δεν το ήξερε. Ενας καλοθελητής, όμως, του το είπε. Ετσι, όταν πήγα στο Κιάτο, με ρώτησε: «Αφησες το πανεπιστήμιο;» Του είπα «ναι» κι εκείνος δεν απάντησε. Οταν μπήκα στο θέατρο και ξεκίνησα από την επιθεώρηση, κατάλαβα ότι είχα να κάνω με μια πολύ δύσκολη δουλειά. Ετσι, πήγα πίσω και του είπα «πατέρα, θα γίνω αρτοποιός» και τότε μου είπε αυστηρά: «Αλλο είναι το επάγγελμά σου, πήγαινε να αγωνιστείς γι’ αυτό που σπούδασες, το θέατρο. Ο φούρνος, τέλος».

Και συνεχίσατε…

Στην επιθεώρηση, αυτό που με βοήθησε πολύ, πέρα από το υποκριτικό μου ταλέντο, ήταν οι γνώσεις μου στη μουσική. Ημουν επτά χρόνια στη Φιλαρμονική του Κιάτου, έπαιζα τρομπέτα, διάβαζα παρτιτούρες. Είχα εφόδια για το μουσικό θέατρο συν το μεράκι τού ότι έπρεπε να επιτύχω για χάρη του πατέρα μου. Οταν ήρθε και με είδε στην πρώτη θεατρική πρεμιέρα μου, στην επιθεώρηση «Γέλιο με καπέλο», υποδυόμουν γυναίκα. Είπε στη μάνα μου «Αυτός είναι σαν τη θεία μου τη Βασίλω…» και γέλασε με την καρδιά του. Η μάνα μου ήταν μια σοφή αλλά σκληρή γυναίκα. Μου έμαθε τα πρώτα μου γράμματα, αλλά μου έδινε και ξύλο. Ο πατέρας μου δεν με είχε αγγίξει ποτέ.

Τα αδέρφια σας χάρηκαν με την εξέλιξή σας;

Βέβαια. Δυστυχώς, ο ένας έφυγε γρήγορα από τη ζωή από καρκίνο. Αυτό το αναθεματισμένο το τσιγάρο. Το θυμίαμα του σατανά. Ο άλλος μένει μόνιμα στην Αμερική και ο άλλος είναι ιερέας. Γι’ αυτό και εκκλησιάζομαι κάθε Κυριακή. Εγώ, όμως, είμαι υιοθετημένος. Με υιοθέτησε ο αδερφός της βιολογικής μητέρας μου από τεσσάρων ετών. Ο θείος μου, δηλαδή. Για μένα γονείς είναι αυτοί που με μεγάλωσαν. Γι’ αυτούς έκλαψα. Την υιοθεσία μου την πληροφορήθηκα μεγάλος. Μεγάλωσα ως μοναχοπαίδι, μετά έμαθα ότι τα ξαδέρφια μου είναι τα αδέρφια μου. Αφού, να σκεφτείτε, ο βιολογικός πατέρας μου δούλευε στο αρτοποιείο μας και εγώ τον έλεγα θείο.

Νιώθω ότι έχετε μεγάλη πίστη στον Θεό…

Χωρίς τον Θεό δεν γίνεται τίποτα. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι που δεν τον βλέπουν. Αλλά αυτός είναι εκεί, πίσω από τον ήλιο που ανατέλλει.

Τα πρώτα βήματα στην πρόζα ποιος σας τα δίδαξε;

Είχα έναν πολύ καλό δάσκαλο, τον Κώστα Βουτσά. Μαζί του κάθισα τρεις σεζόν και με έκανε συμπρωταγωνιστή του το 1978. Στον Κώστα χρωστάω πολλά. Τηλεοπτικός μου δάσκαλος ήταν ο Γιώργος Κωνσταντίνου. Ο Γιώργος με πίστεψε πολύ και με έβαλε στο σίριαλ «Η αλεπού και ο μπούφος». Υστερα από αυτό έγραψε πάνω μου το έργο «Πολίτης Γ’ κατηγορίας», όπου έγινε ο μεγάλος χαλασμός. Στο θέατρο, το μεγάλο «μπαμ» το έκανα ως θιασάρχης με το «Θα ντυθώ γαμπρός» και η μεγάλη επιτυχία ήρθε στο θέατρο Μινώα με το «Ντόρα είναι θα περάσει», όπου ο κόσμος ήταν ουρά. Χαμός έγινε και με το «Πέτα τη μαμά από το παράθυρο» στο θέατρο Ακάδημος.